Σελίδα αρχείου με τις δημοσιεύσεις Ιουλίου-Αυγούστου 2017 στις Προσωπικές Σημειώσεις.

σημείωση 13


Κατέβηκε, λέει, ο εκπεσών άγγελος στη γη. Προσπαθούσε να δελεάσει τους ανθρώπους αλλά εκείνοι πότε τον αγνοούσαν και πότε τον προπηλάκιζαν. Τον εξόρισαν από τις πόλεις τους. Αισθανόταν πως η αποστολή του δεν θα τελεσφορούσε ποτέ. Και τότε, σκέφτηκε ένα τελευταίο τέχνασμα. Γνώριζε την αξία του χρήματος και από το βουνό που βρισκόταν τραυματισμένος και κυνηγημένος, ντύθηκε χρήμα. Από το κεφάλι έως τα νύχια των ποδιών. Έραψε καταλλήλως χρυσόχρωμα ρούχα και κατέβηκε μεταμφιεσμένος αυτή τη φορά και πάλι στην πολιτεία. Οι άνθρωποι μαγεύτηκαν, τον έβαλαν στα σπίτια τους και έτσι ο εκπεσών κατακυρίευσε επιτέλους ανεπίστρεπτα τις ψυχές τους.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αυτός ο τόσο ιδιαίτερος και απόλυτα μοναχικός άνθρωπος, ένα πράγμα μίσησε στη ζωή του, τον πλούτο και την απορρέουσα ψυχική κενότητα του κυνηγιού του πλουτισμού. Δεν σιχάθηκε τις κούφιες αξίες του καπιταλισμού έχοντας ως πηγή μια συγκροτημένη νεωτερική πολιτική κοσμοθεωρία, αλλά την ιδιοσυγκρασία του. Όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα και άφησε την απλή ζωή του νησιού του έγραφε με απελπισία για το πόσο δυστυχής, ξένος, αισθάνεται “εις την πόλιν των πλουτοκρατών”. Ο ίδιος κυκλοφορούσε κουρελής και από τις δυο του κάθε μήνα δεν του έμενε φράγκο από την αμοιβή του στην εφημερίδα.

Διαβάζοντας όλα αυτά που συμβαίνουν αυτό το καλοκαίρι στη Σκιάθο από τον Πολιτιστικό Οργανισμό του νησιού που υποδέχεται με τιμές μυθολογικού ήρωα τον Ντάνο από το Σαρβάιβορ και δημοσιεύοντας σε όλες τις αφίσες σε εμφανές σημείο τη μορφή του Παπαδιαμάντη ως λογότυπο (την ίδια που ο Νιρβάνας με μια “Κόδακ” είχε διασώσει για τις επόμενες γενεές) σκέφτομαι πως τα κόκκαλά του ίσως να μην τρίζουν στο νεκροταφείο του νησιού που βλέπει το Αιγαίο, αλλά σαν χριστιανός που ήταν και σαν γνώστης των γραπτών των πατέρων, θα ανέσυρε και θα ζωγράφιζε λογοτεχνικά και ευρηματικά σε ένα διήγημά του το παραπάνω μυθολόγημα του Χρυσόστομου με τον εκπίπτοντα, γιατί μόνο για το εμπόριο και από έλλειψη γούστου γίνεται αυτή η φιέστα με τον Ντάνο η οποία καλώς γίνεται για αυτούς που γίνεται, αλλά ενσωματώνει ανερυθρίαστα και χωρίς αίσθηση της συνέχειας της πραγματικότητας την διασωθείσα απεικονισμένη μορφή του κοσμοκαλόγερου.

σημείωση 12

Καταστροφές όπως είναι οι πυρκαγιές τις βρίσκω τόσο δραματικές που δεν θεωρώ πως είναι πεδίο για αντιπολίτευση πρώτης σειράς. Σε κανέναν δεν θέλει να του τύχει όταν είναι πάνω, η ανικανότητα και ο πιο καθυστερημένος πολιτικαντισμός κρίνονται βέβαια, αλλά σε δεύτερη έκδοση. Είχα σταματήσει στον πρωτοφανή εμπαιγμό με τις τεράστιες πυρκαγιές στην Ηλεία πριν δέκα χρόνια με εκείνο τον ανεκδιήγητο Πολύδωρα και τον “στρατηγό άνεμο” (του άρεσαν τόσο οι σαμουράι και οι στρατηγοί), με το δελφινάριο όλου του τότε κυβερνητικού θιάσου και την κοροϊδία με επιδόματα που διαφημίστηκαν πολύ αλλά έτσι και αλλιώς υπερλειψά δόθηκαν, στους κατεστραμμένους πυροπαθείς. Κοιλοπονούσαν οροσειρές οι εξαγγελίες, όταν έφτασε η ώρα γέννησαν βέβαια ποντικάκια.

Μαζεύω όμως όλες αυτές τις μέρες την αντιμετώπιση από την κυβέρνηση Τσίπρα και λέω: δεν είναι δυνατόν. Η ανύπαρκτη (γενικώς) Ρένα Δούρου να κάνει άκαιρες καθηγητικές συστάσεις για το είδος της προβολής στα μίντια που δεν είναι και πολύ της αρεσκείας της και για να ενισχύσει ίματζ να βγαίνει ξεμαλλιασμένη στην εικόνα, ο πρωθυπουργός να έχει προσλάβει φωτογράφο εφάμιλλης αισθητικής με του Πατούλη και να επιθεωρεί τα καμμένα με ένα σκηνοθετικό βλέμμα από το φινιστρίνι προς το άπειρο και τους μακρινούς ορίζοντες περίπου σαν τον Αϊζενχάουερ όταν επιθεωρούσε με νόημα τα στρατά του και από ουσία μόνο να βγάζει ηλίθια ευχολόγια στο …τουίτερ.

Α ξέχασα, και να την μετράει με τους νεοδημοκράτες, αυτός την καταστροφή την είχε πιο κοντή από ό,τι οι δεξιοί όταν ήταν κυβέρνηση. Και δεν ντράπηκε να το προάγει για κεντρική δήλωση. Ο επαγγελματίας φανφαρόνος Καμμένος σε διαρκή επικοινωνία με την Παναγία που θα τον έχει βαρεθεί και σιχαθεί η κοπέλα, ο Τόσκας να ετοιμάζει “την τελική επίθεση στη φωτιά” ίδιος μπολσεβίκος που μεταφέρθηκε στον χρόνο και οι πυροσβέστες να ξέρουν ότι κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν, γνωρίζοντας όμως πολύ καλά ότι τα άκαπνα (καπνισμένα με αποκριάτικο στοκ φούμο) της εξουσίας μόνο τους δυσκολεύουν όταν βρίσκονται κοντά στα πόδια τους για να πασπαλιστούν με δράση. Τους πιάνουν χώρο, πιάνουν χώρο γενικά, βαραίνουν ανώφελα τη γη. Έγραψα κυρίως για ζητήματα γελοιότητας, αλλά βέβαια και η ρεαλιστική ενοχή για ό,τι προέκυψε μετά τις φωτιές είναι ορατή στον καθένα, αλλά την περιγράφουν πιο συγκροτημένα και στεγνά αποδεικτικά άλλοι.

σημείωση 11

Kι ο Ιεχωβά μοίρασε τον κόσμο σε Coca Cola Inc., Ανακόντα, Ford Motors και σε άλλες μονάδες: Η Εταιρεία Φρούτων Inc. κράτησε γι῾ αυτήν το πιο ζουμερό: το κεντρικό παράλιο της γης μου, τη γλυκιά μέση της Αμερικής. Της ξαναβάφτισε τα χώματά της «Δημοκρατίες της Μπανάνας», και πάνω στους ξεχασμένους νεκρούς που καταχτήσανε το μεγαλείο, ίδρυσε την «Όπερα Μπούφα» της: αλλοτρίωσε τις λεύτερες θελήσεις, πρόσφερε καισαρικά στέμματα, εξαπέλυσε τον φθόνο, κουβάλησε τη διχτατορία «της Μύγας», μύγα Τρουχίγιο, μύγα Τάτσος, μύγα Καρίας, μύγα Μαρτίνες, μύγα Ουβίκο, μύγες ποτισμένες με αίμα ταπεινό και μαρμελάδα, μύγες μπεκρούδες που βουίζουνε πάνω στα ομαδικά λαϊκά νεκροταφεία, μύγες τσίρκου, σοφές μύγες ειδικευμένες στην τυραννία.

(Πάμπλο Νερούδα: Κάντο Χενεράλ [Γενικό Τραγούδι] – Το μεγάλο ποίημα για την πολιτική ιστορία της αμερικανικής ηπείρου. Το “Γενικό Τραγούδι” στη μελοποίηση του Μ.Θ., ο οποίος διατήρησε το κείμενο στην αυθεντική του μορφή στα ισπανικά, είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστεί στη Χιλή τον Σεπτέμβριο του 1973, σε μια συναυλία αφιερωμένη κατά της δικτατορίας στην Ελλάδα παρουσία του προέδρου Σαλβαδόρ Αγιέντε και του νομπελίστα ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Η συναυλία αυτή δεν έγινε ποτέ λόγω του πραξικοπήματος του Πινοσέτ.)

σημείωση 10


(φωτ. σκηνή από την ταινία του 1955 “η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα”)

Ένας καλός μου φίλος, δεν θυμάμαι πως το είχε φέρει η κουβέντα, μου είχε διηγηθεί το εξής:
Είχε έρθει μόνος του στα τέλη του 1970, από την κωμόπολή του σε ένα νησί των Κυκλάδων στην Αθήνα, για να ετοιμαστεί καλύτερα για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο συνδυάζοντάς το και με φοίτηση σε ένα από τα ακμάζοντα από μαθητική πελατεία τότε παραδοσιακά φροντιστήρια στο κέντρο της πόλης. Δεν ήταν κάτι πολύ ασυνήθιστο αυτό, με μόνους μαθητές από την επαρχία ένα-δυο χρόνια πριν τις εξετάσεις που έμεναν σε συγγενείς ή συχνότερα τους νοίκιαζαν οι γονείς τους μια γκαρσονιέρα. Στρωνόντουσαν πολύ και πέρναγαν εύκολα, έχοντας επιλέξει σχεδόν πάντα θετικές σχολές (Πολυτεχνείο, Φυσικομαθηματική).

Τα φιλολογικά δεν τον ενδιέφεραν καθόλου αλλά θυμόταν πολύ χαρακτηριστικά έναν φιλόλογο στο Γυμνάσιο-Λύκειο Αρρένων των Εξαρχείων της οδού Βαλτετσίου, κατάμαυρο πολιτικά, συμπλεγματικό, μισαλλόδοξο, καταθλιπτικά θρησκόληπτο και σαν άνθρωπο πιο στεγνό και μονόχρωμο από πανί. Δεν θα είχε γελάσει ή κλάψει ούτε όταν ήταν νήπιο. Το μάθημα ήταν φυσικά αρχαία σχολαστικολατρεία, με άφθονο ξεραμένο συντακτικό και τύπους ρημάτων και με ελάχιστες παρεμβολές που τουλάχιστον υποψίαζαν ότι ζούμε στη γη και όχι σε εργαστήριο με παπύρους, οι οποίες αναφέρονταν -σε τι άλλο παρά- σε κλέος των προγόνων, ελληνοχριστιανικό ιδεώδες και την αθεϊα που δηλητηριάζει ο κομουνισμός τις κοινωνίες των κρατών. Η στεγνότητά του ήταν παροιμοιώδης. Αναμφίβολα άγνωρο απολίθωμα και για τα τότε στάνταρ. Και εκτός μαθήματος δεν υπήρχε, μάλλον διακτινιζόταν σε στρατόπεδο της αρχαίας Σπάρτης και στην Αγιασοφιά στη Βασιλεύουσα.

Μόνο μια φορά ξέφυγε από αυτό που ήταν προγραμματισμένος. Προς το τέλος της χρονιάς, Μάιο, ένας μαθητής είχε ξεμείνει στην τάξη με ένα παγωτό που δεν το πρόλαβε όλο να το φάει στο διάλειμμα. Τον συνέλαβε με το βλέμμα το αρχαίο ρομπότ του συντακτικού και της εθνικοφροσύνης και δεν τον επέπληξε ή τον απέβαλλε όπως όλοι περίμεναν, αλλά πρώτη φορά τον είδαν να χαμογελά, ήταν είδηση. Δεν ήταν όμως χαμόγελο συμπάθειας, τελικά. Λειτούργησε ως ένα είδος εισαγωγής, για να μιλήσει επί αρκετή ώρα για τα κορίτσια που έβλεπε στο δρόμο να τρώνε “παγωτό-πύραυλο” και “πως το τρώνε” και “με τι πάθος το γλείφουν” και να έχει γίνει παραστατικότερος από την διάσημη σκηνή της ταινίας με τον Κωνσταντίνου και το προφιτερόλ. Για να καταλήξει στο σύμπερασμα φτηνής επιθεώρησης πως μόνο οι νεαρές κοπέλες πρέπει να τρώνε “παγωτό-πύραυλο”, “γιατί το κάνουν και τους πάει και καλά το κάνουν” και πως για ένα αγόρι είναι “μηδενικού περιεχομένου και αισθητικής”. Απειθάρχητος πρώτη φορά στη ζωή του, με σειρά πυροβολισμών, κανονιών, από ανοϊκές παλαβομάρες.

Οι συγκροτημένες αντισεξιστικές αντιλήψεις ήταν στα σπάργανα στην ελληνική κοινωνία και πολύ περισσότερο εκ των πραγμάτων παντελώς άγνωστες σε μαθητές 17 ετών. Ο όποιος αντισεξισμός, όπου υπήρχε, ήταν θολό μέρος μιας γενικότερης αξιακής προέλευσης και όχι σε όλες τις περιπτώσεις νεωτερικός, δηλαδή διαχωρισμένος ολοκάθαρα από την επίδραση της στείρας τυπικής ηθικής παράδοσης. Έγινε κάτι παράξενο σε εκείνο το μάθημα. Θα περίμενε κανείς ότι τα αγόρια θα έσκαγαν στα γέλια, θα χαχάνιζαν ασταμάτητα, θα τσίγκλαγαν ασυγκράτητα για παράταση της παράστασης λόγου και κίνησης με το παγωτό. Αλλά ελάχιστα το έκαναν και εκείνα που το έκαναν μαζεύτηκαν γρήγορα χωρίς τη συμπαράσταση.

Οι περισσότεροι έμειναν σοβαροί, όχι τόσο με την κατάπληξη σαν ηλεκτρικό ρεύμα για την πρωτόγνωρη συμπεριφορά του φιλολόγου, αλλά γιατί κάτι ασυνείδητα τους ενόχλησε. Μήπως ήταν η περιγραφή της γυναίκας σαν το απόλυτο σκεύος που το μόνο που μπορεί να κάνει με αξιωσύνη είναι πίπες, ώστε να μην αξίζει τελικά ούτε το μηχανικό γέλιο τους αυτό που άκουγαν; Μάλλον όχι, δεν επρόκειτο για αυτό. Δεν αντέδρασαν σιωπηλά και με αποδοκιμασία από θεμελιωμένη αντίληψη 17 χρονών αγόρια, ωστόσο η δυσφορία περιείχε αίσθηση για το δίκιο. Τα ίδια παιδιά εννοείται και τσόντες έβλεπαν και καλώς και υγιώς έβλεπαν και ό,τι να ναι μεταξύ τους χωρίς πολιτικ-κορεκτισμούς ούτε για δείγμα θα έλεγαν, αλλά εκείνη τη φορά, είδαν μια σαπίλα και την απωθητική υποκρισία, την μέγιστη υποκρισία που όμοια δεν έχει και προδιδόταν σε αναπάντεχες στιγμές, σε ένα δείγμα του παλιού κόσμου. Εδώ ήταν ο μουμιακός καθηγητής, πάντα καλά προφυλαγμένος, που ανακάλεσε κάτι, μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά -τόσο που δεν το προσλάμβανες- και του έτρεξαν τα σάλια, αλλά πως να το δουν με συμπάθεια.

Σκόρπιες σκέψεις που θυμήθηκα με την ανάρτηση στις Στιγμές που με ταξίδεψε πίσω πολύ στα δικά μου μαθητικά χρόνια με τον Ντάστιν Χόφμαν που έγινε προχτές 80 ετών, χωρίς νοητική συνέχεια ή απαίτηση αναλύσεων, αλλά κατά παρέκκλιση της συνήθειας αυτή τη φορά μεταφέροντας την ανάμνηση ενός άλλου και όχι τη δική μου, αλλά να αναφέρεται περίπου στα ίδια χρόνια. Το κάλπικο ήταν που τότε μισούσα και εγώ, τώρα ξέρω πολύ καλά ότι τα βούτηξα και τα συνήθισα.

σημείωση 9


Φεύγοντας από το Γύθειο, δηλαδή εδώ το μικρό μέρος δεύτερο για τη Μάνη. Το χωριό Σαϊδόνα στην αποσκιαδερή Μάνη, που είναι κάτι σαν γαλατικό χωριό μέσα στο προπύργιο της συντηρητικής παράταξης. Όταν σε όλα τα γύρω χωριά ο βασιλιάς πήρε γύρω στο 80%, όταν οι ηττημένοι δεν ξαναγύρισαν, ακόμα και σήμερα η Σαϊδόνα είναι κόκκινο χωριό και ας έχουν μείνει 50 κάτοικοι από τους 600 – ο αέρας είναι πολύ διαφορετικός. Με ιδιαίτερη ιστορία συμμετοχής σε αγώνες, μπορεί να είναι ωραία υποβολή από όσα γνωρίζουμε, αλλά νόμιζες -πριν είκοσι χρόνια τουλάχιστον- όταν περνούσες με το αμάξι πως θα συναντούσες τον ουλαμό μεταφερμένο στο χρόνο, και στην Πελοπόννησο. Και δεν υπάρχει καμία λογική εξήγηση, τίποτα ορατό ιστορικά δεν εξηγεί το πόσο διαφορετική είναι η Σαϊδόνα από όλη τη γειτονιά γύρω. Είναι μυστήριο. Μην είναι το νερό; Το έχει γράψει και ο Μεξικανός Κάρλος Φουέντες, για ένα άλλο μυστικό χωριό, της χώρας του, που ήταν τόσο απρόβλεπτα διαφορετικό από όλα τα άλλα της διοικητικής επαρχίας, ώστε οι εκδότες χαρτών, νομίζοντας ότι πουλούν εκδούλευση στις κυβερνητικές υπηρεσίες, αυθαίρετα το απάλειφαν : “Σταματήσαμε σ’ ένα ανώνυμο χωριό, ξεχασμένο από τους οδικούς χάρτες και από τις πινακίδες κυκλοφορίας. Ρωτήσαμε έναν αγρότη πώς ονομαζόταν το χωριό. Μας απάντησε: Γκαρντούνιο, σε καιρό ειρήνης- Ζαπάτα, σε καιρό πολέμου”.

σημείωση 8


Παγκόσμια πρωταθλήτρια στο επί κοντώ αναδείχθηκε πριν λίγη ώρα στο Λονδίνο η Κατερίνα Στεφανίδη. Συγκαταλέγεται πια χωρίς αμφιβολία στις κορυφαίες αθλήτριες του αγωνίσματος σε όλη την ιστορία του. Με αφορμή το περσινό της χρυσό στους Ολυμπιακούς αγώνες, είχα τότε γράψει λίγες σκέψεις σαν αποτύπωση μιας αίσθησης που δεν μου φάνηκε διαφορετική και απόψε.

Δεν ξέρω. Σε πείσμα της φάμπρικας του θεάματος, σε πείσμα των πολυεθνικών, σε πείσμα της φαρμακευτικής υποβοήθησης στους πρωταθλητές, σε πείσμα της κούφιας υπερηφάνειας κάθε χώρας με τον εθνικό ύμνο και της συνακόλουθης πολιτικής χρησιμοποίησης από την εξουσία, η ατομική αθλητική προσπάθεια του αθλητή που έχει αφιερώσει ατέλειωτες ώρες και χρόνια μοναξιάς σε ένα γυμναστήριο και στην προπόνηση, εξακολουθεί να με συναρπάζει. Και ενώ για τους θεατές σαν εμάς παραμένει κυρίως ένα πανηγύρι στην τηλεόραση, καταλαβαίνω ότι για έναν αθλητή η διάκριση σε μια τέτοια διοργάνωση αποτελεί στόχο ζωής, το απόλυτο όνειρο, δεν υπάρχει σαν κι αυτό άλλο. Πιθανώς το χρήμα και η δόξα αν έρθουν, έρχονται μετά χωρίς να αργούν πολύ στις μέρες μας, αλλά όταν το προσπαθεί είναι μονάδα, μόνο για τη μαγκιά του, την μοναξιά του και την κάβλα του το κάνει.
Και επειδή είμαι επιρρεπής στο παραμύθι, σκέφτομαι εκείνον τον Διαγόρα τον Ρόδιο, ολυμπιονίκη της αρχαιότητας. Ο μύθος λέει, ότι γέρος πια, πήγε στην Ολυμπία και είδε και τους δυο του γιους να στέφονται ολυμπιονίκες. Τον σήκωσαν στα χέρια τους για τον γύρο του θριάμβου (που θα λέγαμε με τα σημερινά δεδομένα), το στάδιο παραληρούσε, και τότε, συνεχίζει ο μύθος, ένας Σπαρτιάτης θεατής που θεώρησε ότι τόση ευτυχία είναι παραβίαση των πανάρχαιων ανθρώπινων άγραφων νόμων, του φώναξε “Πέθανε Διαγόρα, δεν μπορείς να γίνεις και θεός” ( «κάτθανε Διαγόρα, ουκ εις Όλυμπον αναβήση») και ο γέρος αθλητής πέθανε.

σημείωση 7


Γύθειο Λακωνίας, από όπου και η μισή μου καταγωγή, από την πλευρά της μάνας μου. Το λευκό σπιτάκι τέρμα αριστερά στη φωτογραφία είναι το σπίτι που άφησε ο παππούς μου, μη κατοικήσιμο πια. Στην οικογενειακή μυθολογία επαναλαμβάνεται αραιά με παραλλαγές η φράση της μάνας μου, με την εμφυλιακή υπαινικτική σκιά “όταν έφυγα με το λεωφορείο το 1952 για την Αθήνα και είδα τα φώτα της πρωτεύουσας όταν έφτανα στην Ελευσίνα, είπα πως δεν θα ξαναγυρνούσα ποτέ πια πίσω”. Και το τήρησε έως και σήμερα. Και εγώ έχω να πάω πολλά χρόνια, δεκαετίες, πέρασα μερικά παιδικά και εφηβικά καλοκαίρια εκεί, προτιμώ όμως χωρίς καμία περιστροφή ως ενήλικας, κάπου τυχαία και απρόσκλητα στο χάρτη, “ξένος”. Πριν είκοσι και βάλε χρόνια, είχα φτάσει ως την Σπάρτη, και μετά από μια αστεία εσωτερική διαμάχη, πήρα ένα ΚΤΕΛ, για να περάσω ένα πρωί στο Γύθειο, που απέχει μια ώρα. Είδα λίγο την παραλία και το σπίτι, και έφυγα με το επόμενο, δεν στάθηκα ούτε για έναν καφέ. Τα θυμήθηκα αυτά βλέποντας στο FB φωτογραφίες από διακοπές φίλης στο Γύθειο. Τα μέρη που δεν έχουμε δεσμούς, για έναν περίεργο λόγο, δεν μας πλακώνουν.

σημείωση 6


“Την Ιστορία γράφουν οι νικητές”: Είναι ένας πολυκαιρισμένος και ανιαρός στην επανάληψή του αφορισμός που σε όποιο βαθμό ισχύει αφορά περισσότερο το γενικό αποτέλεσμα που φέρνει στην κοινωνία, στις τάξεις και τα έθνη η σύγκρουση και η εκάστοτε έκβασή της, καθώς και την επίσημη εξουσιαστική υιοθέτηση (ή κατασκευή) της πιο συμφέρουσας ιστορικής εκδοχής, παρά την ίδια την ιστορική καταγραφή στο σύνολο.

Γιατί στην καθαυτή καταγραφή γράφουν θαυμάσια -και συνήθως πιο συναρπαστικά- και οι ηττημένοι. Με πιο τρανό παράδειγμα τον μονάκριβο Θουκυδίδη, τον πατέρα του πολιτικού ρεαλισμού, που ήταν στην πλευρά των ηττημένων του Πελοποννησιακού πολέμου και παρέδωσε στους αιώνες μια ιστορία-υπόδειγμα για την επιστημονική προσέγγιση, απαλλαγμένη από κάθε υποψία μυθεύματος.

Ο Βρετανός Έρικ Χομπσμπάουμ που πέθανε το 2012 (συμπληρώνται τώρα 100 χρόνια από τη γέννησή του) δεν είναι ακριβώς παρόμοια περίπτωση, δεν φιλοδόξησε να γίνει ένας ασφυχτικά ευσυνείδητος και ακριβής ρεπόρτερ. Η μαρξιστική θεώρηση του κόσμου του τον “υποχρέωνε” φυσικά να αναλύει την ιστορία με νεωτεριστικά εργαλεία. Όμως είδε, εν ζωή, όλον σχεδόν τον 20ό αιώνα και πρακτικά αισθάνθηκε τα οράματά του αν όχι να διαψεύδονται, να υποχωρούν.

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο -από το σύνολο του έργου του- είναι το αυτοβιογραφικό “Συναρπαστικά Χρόνια – Μια Ζωή στον 20ό Αιώνα” όπου περνάει η καταρρέουσα δημοκρατία της Βαϊμάρης, το φαιό και κόκκινο του Βερολίνου, ο Φράνκο και το 36-39, ο παγκόσμιος πόλεμος, ο Ρούζβελτ, ο Στάλιν και τα μετέπειτα, ο ψυχρός πόλεμος, τα απελευθερωτικά κινήματα της Αφρικής, μέχρι και ο Μπερλουσκόνι. Και η ιδιαιτερότητα είναι πως σχεδόν παντού ο Χομπσμπάουμ δεν είναι ένας απλός απομακρυσμένος παρατηρητής, βρίσκεται με τη φυσική του παρουσία μέσα στο γεγονός ή στις παρυφές του. Αν παραβλέψετε λίγες μεταφραστικές άστοχες αποδόσεις στην έκδοση του Θεμελίου στα ελληνικά που παραξενεύουν, είναι ένα έργο “δημοσιογραφικοιστορικό” μοναδικό για το είδος που συμβατικά κατατάσσεται.

σημείωση 5


Μια μητέρα, σε σύγχρονο βιβλιοπωλείο της Τεχεράνης έχει γείρει το σώμα και έχει χαθεί μαζί με την κόρη της σε κάποιο ξενόγλωσσο παιδικό βιβλίο (φωτ. alamy). Ενώ το Ιράν είναι μια χώρα που στενάζει από την θεοκρατία, την ανελευθερία, αλλά και στον πνευματικό τομέα από τη λογοκρισία (οι ξένοι συγγραφείς που εγκρίνονται είναι μετρημένοι, οι εγχώριοι οδυνηρά αυτολογοκριμένοι, αλλά και στο ίντερνετ, το 50% των σάιτ δεν είναι προσβάσιμο), μέσα στον πληθυσμό είναι απολύτως ορατές τάσεις που όσο μπορούν να εκφραστούν, συνιστούν ισχυρούς προβληματισμούς κοινωνικών κινημάτων.

Είναι ενδιαφέρουσα η ιχνογράφηση των βιβλιοπωλείων. Στη γειτονιά μου, λίγες πολυκατοικίες πιο πέρα, στην οδό Δυρραχίου, υπάρχει ένας ηρωικός άνθρωπος, που πρακτικά βιοπορίζεται μόνο με σχολικά και χαρτικά είδη, τετράδια, μολύβια, φωτοτυπίες, αλλά στη βιτρίνα του καταστήματος, σαν προσωπική δήλωση αναίρεσης, έχει μόνο σπουδαία βιβλία και μάλιστα διαλεγμένα με τρόπο που ούτε ένα να μην είναι δείγμα του είδους της ευπώλητης “κλιμακτηριακής λογοτεχνίας”. Αγοράζω τον τελευταίο χρόνο τα βιβλία μόνο από αυτόν, κατόπιν παραγγελίας, ελάχιστα πιο ακριβά από ό,τι τα δίνουν τα σούπερ μάρκετ Πολιτεία και Πρωτοπορία – γιατί ως γνωστόν οι άλλοι βιβλιοπώλες δεν έχουν κανένα περιθώριο έκπτωσης. Και φυσικά, όσο του επιτρέπει η κίνηση, συζητάμε για την ανάγνωση, με χαρά άκουσα από αυτόν ότι δεν είμαι ο μοναδικός πελάτης του υλικού του είδους στο δρόμο μου και ότι οι πιο πολλοί πελάτες του είναι ελληνοποιημένοι (στη γλωσσική επάρκεια) ξένοι της γειτονιάς, συνήθως νέοι.

σημείωση 4


Αυτό που προξενεί εντύπωση με τον Ιερώνυμο Μπος, αυτόν τον ανατριχιαστικό επινοητή τεράτων και χιμαιρικών οπτασιών του 1480-1500, είναι ότι με βάση τα στοιχεία για τη ζωή του που γνωρίζουμε, στα 65 χρόνια της ζωής του δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τη μικρή του πόλη, το Χερτόχενμπος της Ολλανδίας. Ο κόσμος του, δεκαπέντε χιλιόμετρα απόσταση, η μεσαιωνική πόλη και τα γύρω χωράφια.

Τα θρησκευτικά θέματα ήταν νομίζω περισσότερο ένα σκηνικό για τα οράματά του. Αλλά ακόμη και “ορθά θρησκευόμενος” να ήταν, έχουμε πια τη γνώση πως η χριστιανική θρησκεία, στην όποια φιλοσοφική της διάσταση (και αυτό είναι ανεξάρτητο με το αν είναι πιστός κανείς ή όχι, η θεολογία σαν στοιχείο της ιστορίας του στοχασμού λοιπόν) απέχει πολύ από το στερεότυπο του “ευτυχούς χριστιανού” που περιμένει την δευτέρα παρουσία και τα ωραία λιβάδια του ουρανού. Αυτή είναι δουλειά και κήρυγμα των αγυρτών και των εμπόρων. Η σχέση των φωτισμένων θεολόγων και των πατέρων της εκκλησίας με την υπόθεση του θανάτου, στα κείμενά τους, ήταν πάντα σχέση φοβερής αγωνίας, τρεμώδης.

Και επειδή οι πολύ ξεχωριστοί καλλιτέχνες και λογοτέχνες αποτυπώνουν πάντα με άνεση αυτό που οι θεωρητικοί, οι γραφιάδες, χύνουν τόνους μελάνι για να εκφράσουν και είναι ζήτημα αν το καταφέρνουν (π.χ. ο Φρόιντ ζήλευε τους καλλιτέχνες: ό,τι έπρεπε αυτός να στηρίξει επιστημονικά σαν έργο ζωής, κάποιος σπουδαίος καλλιτέχνης τον είχε προλάβει και το είχε καταδείξει ήδη σε 50x50cm επιφάνεια), ο Ιερώνυμος Μπος φαίνεται να το ήξερε.

σημείωση 3


(φωτ. Ο μυστικός Ηριδανός στο ύψος του Κεραμεικού)

Σε ένα προηγούμενο ποστ έγραφα για τη μνήμη του τοπίου. Δηλαδή για τοπογραφικές περιγραφές σε αρχαία κείμενα που παρά την σύγχρονη δόμηση και την αστικοποίηση που περιπλέκει και μασκαρεύει την φυσική μορφή, αν θέλεις να δεις τις περιγραφές, με κάποια εγρήγορση θα τις συναντήσεις πάλι.

Κάποιος περπατούσε μια φορά, μετά από πολλές δεκαετίες που είχε φύγει από την μετεμφυλιακή Θεσσαλονίκη, στο δρόμο που μεγάλωσε και που ήταν αγνώριστος – από χωματόδρομος με προσφυγικά τώρα ήταν όλο πολυκατοικίες με πυλωτές. Εκεί που βάδιζε στην άσφαλτο, το πόδι του να, παραπάτησε ελαφρά. Και τότε εμφανίστηκε ειρωνικά η σωματική μνήμη. Βεβαιώθηκε ο άνθρωπος πως στο σημείο αυτό του δρόμου, ακριβώς εκεί, υπήρχε ένα μικρό βουναλάκι από χώμα, κάτι χαμηλότερο από ένα μέτρο. Το είχε καλύψει η άσφαλτος, αλλά το σώμα του, το πόδι του, το συνάντησε. Όχι με φυσική διαδικασία, περισσότερο με την αναμόχλευση της παιδικής σωματικής μνήμης. Και τότε πλημμύρισε με αισιοδοξία: “Το δρομάκι μου υπάρχει, δεν παν να γκρεμιστούν όλα, να γίνουν σκόνη, ξέρω ότι υπάρχει”.

Στην πλατεία στο Μοναστηράκι, δίπλα στο σταθμό του ΗΣΑΠ, όλοι θα έχετε δει την εγκιβωτισμένη κοίτη του ποταμού Ηριδανού που διέσχιζε την κλασική Αθήνα. Κάτι που ίσως είναι λιγότερο γνωστό, (με κάποια προσωπική επιφύλαξη το μεταφέρω) αλλά μερικοί που ασχολούνται με αυτά και διατείνονται πως το κάνουν επιστημονικά λένε πως το νερό που αναβλύζει σε σταγόνες στο συντριβανάκι στην πλατεία δεν είναι νερό δικτύου, είναι το νερό του Ηριδανού.

Σε ένα διάλογό του ο Πλάτωνας γράφει για τον Σωκράτη, ο οποίος έμενε στο δήμο Αλωπεκής -ταυτίζεται με τη σημερινή Δάφνη. Περπατούσε ο Σωκράτης προς το αρχαίο κέντρο παίρνοντας το μονοπάτι που θα λέγαμε πως είναι η σημερινή λεωφόρος Βουλιαγμένης και όταν φτάνει περίπου εκεί που είναι οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός συναντά έναν νεαρό που άρχιζε τα πρώτα του βήματα στη φιλοσοφία. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή καλοκαιρινή, εκεί βρισκόταν ο Ιλισσός, έψαξαν μια σκιερή γωνιά στην όχθη του ποταμού και ο διάλογος που έκαναν (ή που κατασκεύασε ο Πλάτωνας) είναι ο περίφημος Φαίδρος. Εκεί λοιπόν ήταν ο Ιλισσός. Κάθε φορά που σκάβουν, για τεχνικές εργασίες, βγαίνει πολύ νερό.

Ένας ερευνητής του οποίου δεν συγκρατώ το επίθετο και φαινόταν καταρτισμένος και σοβαρότατος, καμία σχέση με κούφια αρχαιοπληξία, έγραφε πως σε κάποιο σκάψιμο σε κείνη την περιοχή του ποταμού, στην πολύβουη οδό Καλλιρρόης, βγήκαν δυο μικροσκοπικά βατραχάκια που πέθαναν αμέσως τα δύσμοιρα όταν φτάσαν στην επιφάνεια. Ασφυξία του φωτός. Σαν μικρό δάχτυλο ανθρώπινου χεριού όλη κι όλη η μάζα τους. Τα φωτογράφισε και τα έβαλε στο ιστολόγιό του. Μετά από κάποιο καιρό, εντόπισε την εικόνα ένας άγγλος…βατραχολόγος (οι άγγλοι κατά παράδοση είναι μάστορες σε κάθε παράξενη φυσιοδιφική ιδιότητα) και του έγραψε συνεπαρμένος σε μέηλ πως αυτό είναι ένα είδος βατράχου που λογιζόταν από αιώνες χαμένο, ακόμα και ο Δαρβίνος στην εποχή του θεωρούσε ότι έχει εξαφανιστεί. Η περιοχή μπροστά από το Παναθηναϊκό στάδιο που περνούσε ο Ιλισσός ονομαζόταν Βατραχονήσι και η ονομασία ήταν σε κοινή χρήση ακόμα και στις αρχές του 20ού αιώνα. Επειδή στο ποτάμι, στο σημείο εκείνο, σχηματιζόταν μια νησίδα με ολόκληρη αποικία βατράχων. Φαίνεται πως όταν μπαζώθηκε το ποτάμι, μερικά βατράχια, ελάχιστα, τα πιο ψυχωμένα, πάλεψαν με ηρωισμό να συνεχίσουν να ζούν κάτω από την επιφάνεια – αλλά ως πότε.

Υπάρχουν αυτά τα πράγματα, υπάρχουν κάτω από τη γη. Και καμιά φορά τα ανασύρει η Μνήμη.

σημείωση 2


Τελικά είναι το πιθανότερο να είχε κλέψει ο νεαρός Σαββόπουλος (περισσότερο από όσο επιτρέπεται από τον άγραφο νόμο που θέτει τα όρια δανείου και κλοπής) τον Μπομπ Ντίλαν και τον Λούτσιο Ντάλα. Για αυτό το πράγμα, μετά και από την καταιγίδα πληροφοριών που γέμισε το φβ τις τελευταίες μέρες, έχω πειστεί. Κάποιος μάλιστα έγραψε πως μετά από όλα αυτά αμφιβάλλει αν υπάρχει και τίποτα δικό του και αν ο τραγουδοποιός λέγεται στην πραγματικότητα Σαββόπουλος.

Την θλιβερή του πορεία στην εικόνα που μεταδίδει σαν δημόσιο πρόσωπο την γνωρίζουμε όλοι, δεν χρειάζεται να καταθέσω και εγώ (και για μια ακόμη φορά μάλιστα) τα ανάλογα διαπιστευτήρια και το ανάθεμα. Δεν προξενεί καν μελαγχολία αυτό, συνηθίσαμε εδώ και πολύ καιρό, δεκαετίες.

Δεν έχω ωκεάνειες μουσικές γνώσεις και δεν ξέρω αν έκλεψε, πόσο έκλεψε, πόσο απατεώνεψε καλλιτεχνικά. Διαισθάνομαι πως οι κατηγορίες έχουν καπνό, χωρίς όμως να φτιάχνουν τέτοιο οδοστρωτήρα απαξίας. Ξέρω όμως, ότι ακόμα και τώρα σαν ακροατής (στο σπίτι βέβαια και όχι σε φιέστες του Σκάι, όπου ο ίδιος πρωταγωνιστεί), οι πιο πολλοί στίχοι του από τα 60-70’ς εξασφαλίζουν το ότι αν τους επαναφέρεις στο αυτί, δεν θα ξεφύγεις, μα είναι αδύνατον να ξεφύγεις, από το να αισθανθείς απέραντα μόνος.

“Στριφογυρίζω, μια σημαιούλα μες στο κρύο, νύχτα και φέγγει το στρατοδικείο”.

Αλλά πείτε μου και που να ξέρουν ο Ντίλαν και ο Λούτσιο Ντάλα τι σημαίνει μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ ενώ θερίζει ο θάνατος ή τι σημαίνει ο Τσιτσάνης σαν άγγελος να στέκει κρατώντας ένα μικρό βιολί στο σκαλοπατάκι ενός ολόφωτου τραμ. https://www.youtube.com/watch?v=OfSfHPEKXwI

σημείωση 1


Ο Κωστής Παπαγιώργης, σε ένα κείμενό του το 2007, έγραφε για τη μοίρα των ανθρώπων που λόγω ιδιοσυγκρασίας ή ψυχισμού μένουν στα πίσω θρανία της καθημερινής συμπεριφοράς, κοκκινίζουν και με τη χειραψία και αδυνατούν -ενώ μπορεί και να το ήθελαν- να ακολουθήσουν το πρότυπο (που έχει δομηθεί πιο πολύ βέβαια για τους άντρες) του μάγκα και ωραίου, του δυναμικού, του ματσοπαλικαριού:
“Πολλοί είναι οι τρόποι για να οξύνει κανείς την ανθρωπογνωσία του μέσα στον νεοελληνικό βίο, αλλά η μελέτη της λέξης «κομπλεξικός» κρατάει τα σκήπτρα. Από τη μαθητική ηλικία κιόλας, η χρήση του όρου ισοδυναμεί με επίδειξη ταυτότητας. «Ρε μαλάκα, μιλάμε για κομπλεξάρα, ούτε νερό δεν μπορεί να πιει!» “.
Ο Παπαγιώργης, χαρισματικός μικροδοκιμιογράφος, έφερνε στη συνέχεια εκείνου του κειμένου σαν παράδειγμα τον Παπαδιαμάντη, τον “πιο σοβαρό άνθρωπο που πέρασε από αυτή τη χώρα”, όπως τον ανέβαζε με τεχνητή υπερβολή.
Και ενώ έψαχνα πάλι τη νύχτα στο ίντερνετ άσχετα πράγματα, ξαναπέφτω στη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη, τη μια από τις δυο μόνο του λογοτέχνη που υπάρχουν. Φωτογραφία που στοιχηματίζεις ότι είναι ζωγραφικός ψυχογραφικός πίνακας, όχι από την καλλιτεχνική ικανότητα του φωτογράφου, αλλά από την έκφραση και τη στάση του σώματος του μυστικού λογοτέχνη.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Αθήνα, βουτηγμένος στα χρέη, σε έσχατη ένδεια, με συντροφιά το ποτό, τον καπνό και τα βιβλία του. Σήμερα, αν τον έβλεπες, θα έλεγες με σιγουριά πως είναι “άνθρωπος του κοινωνικού περιθωρίου” με “έντονα ψυχολογικά προβλήματα” όχι μόνο από όλη την παραίτηση που έβγαινε από το παρουσιαστικό του, αλλά και για το ότι ποτέ δεν σήκωνε το κεφάλι να κοιτάξει φευγαλέα στα μάτια τον παραδιπλανό – διπλανός σπάνια υπήρχε.

Οι δημοτικιστές δεν τον χώνευαν γιατί η μοναδική εκφραστικότητα του λόγου του δεν αποτυπωνόταν στη γλώσσα του λαού, οι καθαρευουσιάνοι και σχολαστικοί δεν μπορούσαν βεβαίως να τον υιοθετήσουν γιατί το ένστικτό τους έλεγε πως η διεισδυτικότητα που είχε στην ανθρώπινη ψυχή δεν αποτελούσε στοιχείο του δικού τους συμβατικού κύκλου, οι προοδευτικοί και ριζοσπάστες του καιρού ήταν επιφυλακτικοί, γιατί τα περισσότερα θέματά του είχαν σαν σκηνική αφετηρία το θρησκευτικό περιβάλλον, άσε που ήταν και ο ίδιος θρήσκος και ψάλτης. Κάτι τους έλεγε ότι κάθησε και μετάφρασε (καθόλου συμπτωματική επιλογή) Ντοστογιέφσκι, αλλά μέχρι εκεί για τους περισσότερους.

Ξαναγυρίζω στη φωτογραφία (την οποία τράβηξε ο Παύλος Νιρβάνας) και τη μικρή ιστορία που τη συνοδεύει. Καθόταν πάντα στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία της Δεξαμενής Κολωνακίου όπου ο καφές είχε μία δεκάρα και με “τεμπεσίρι”, ενώ στο διπλανό είχε μιάμιση δεκάρα και χωρίς τεμπεσίρι. Στη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος και έγερνε το κεφάλι. Πάντα ανθρωποφοβικός, ρακένδυτος, “άνθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών”, τη φωνή του σπάνια την είχαν ακούσει.

Ο Νιρβάνας αφηγείται: “Πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει, και μαζί του να σβήσει για πάντα η μορφή του. Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει -ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος- να μιλά γαλλικά: -Nous excitons la curiosité du public (ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού). Ας μου συγχωρέσει το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη”.

Προς το τέλος της ζωής του, διοργανώθηκε μια εκδήλωση προς τιμήν του στον “Παρνασσό” από λογοτέχνες και φιλολόγους της εποχής. Όπως είναι αυτονόητο ο τιμούμενος μισανθρωπικός Παπαδιαμάντης δεν παραβρέθηκε -θα αποτελούσε υπέρβαση ζωής για αυτόν- αλλά έτσι συγκεντρώθηκε κάποιο ποσό για την οικονομική του ενίσχυση. Το χρησιμοποίησε για να πληρώσει κάποιες οφειλές και για να έχει μια βάση να γυρίσει στο νησί του, τη Σκιάθο. “Κάποιος φίλος τόν ἒφερε στό σπίτι μας ἒνα βράδυ…κι ἀπό τότε, ἲσως γιατί μᾶς βρῆκε ἁπλούς ἀνθρώπους καί κάπως τῆς ἀρεσκείας του, ἐρχότανε πότε-πότε κατά τίς ἐννιά τό βράδυ…Ἦταν σιωπηλός, ὃταν ὃμως θίγαμε κάτι πού τόν ἐνδιέφερε ἢ πού τ’ ἀγαπούσε, μιλοῦσε γιά κάμποση ὣρα, μέ μιά φωνή σιγανή… Ὁταν ἦταν νά φύγει γιά τή Σκιάθο, ἧρθε μόνος του αὐτή τή φορά, γιά νά μᾶς ἀποχαιρετήσει. Ἡ φωνή του εἷχε ἒναν ἀλλιώτικο τόνο, ἦταν θερμή καί πολύ συγκινημένη. Μᾶς κάλεσε νά πάμε στό νησί του.”

Αυτή ήταν, ανεκδοτολογικά, αποσπασματικά και χωρίς παραπέρα πρόθεση διείσδυσης, η μικρή ιστορία του πιο γνωστού κομπλεξικού της Ελλάδας.