σημείωση 50


Αυτή τη φωτογραφία την είχα ψάξει και την είχα βρει προσπαθώντας να μπω για τα καλά σε ένα απόσπασμα του “βιβλίου του γέλιου και της λήθης” του Κούντερα. Και μου μίλησε η φωτογραφία χωρίς την προφανή πολιτική της κύρια ιδέα, καθόλου με την πολιτική της ερμηνεία, παρά μόνο με τα παιχνίδια της μνήμης που όπως σκαρώνονται στη ζωή είναι σχεδόν ποιητικά όταν είναι ανυπάκουα.

Τον Φλεβάρη του 1948 ο κομμουνιστής ηγέτης Κλέμεντ Γκότβαλντ βγήκε στο μπαλκόνι ενός μπαρόκ παλατιού της Πράγας για να μιλήσει στους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που κατέκλυσαν την πλατεία. “Ήταν μια μεγάλη στιγμή στην ιστορία της Τσεχοσλοβακίας, ιστορική, μοιραία στιγμή, από αυτές που έρχονται μια-δυο φορές στα χίλια χρόνια”.

Ο Γκότβαλντ ήταν περιτριγυρισμένος από τους συντρόφους του και δίπλα του στριμωγμένος βρισκόταν ο Κλεμέντις. Έριχνε ψιλό χιόνι, έκανε πολύ κρύο, και ο Γκότβαλντ ήταν ξεσκούφωτος. Ο προστατευτικός Κλεμέντις, που σε όλη τη διάρκεια της ομιλίας ήταν πολύ συγκινημένος, έβγαλε το γούνινο σκούφο του και τον τοποθέτησε στο κεφάλι του Γκότβαλντ.

Η φωτογραφία με τον Γκότβαλντ να μιλά στο πλήθος τυπώθηκε χιλιάδες φορές και την ήξερε και το τελευταίο παιδάκι στην Τσεχοσλοβακία. Τέσσερα χρόνια αργότερα τον Κλεμέντις τον κατηγόρησαν για πράκτορα και τον απηγχόνισαν. Το γραφείο προπαγάνδας εξάλειψε αμέσως το όνομά του από κάθε αναφορά και φυσικά τη μορφή του από όλες τις φωτογραφίες. Δεν έμεινε τίποτα που να προδίδει πως κάποιος Κλεμέντις υπήρξε.

Σαν καπρίτσιο της ιστορίας όμως, ένα λάθος, ξέχασαν τον Γκότβαλντ με το σκούφο, τον σκούφο του Κλεμέντις. Έμεινε λοιπόν κάτι να μνημονεύεται κι από τον ουδέποτε υπαρκτό άνθρωπο, που δραπέτευσε από τη μικροϊστορία και που δεν είχαν υπολογίσει οι υπάλληλοι της εποχής, διαφορετικά θα το εξάλειφαν κι αυτό. Ένας σκούφος που σε μια χαραμάδα αντιστάθηκε παθητικά στη λήθη.

σημείωση 49

Ο Νίκος Γκάτσος πέθανε σαν σήμερα πριν 26 χρόνια. Δεν είναι καθόλου συμπτωματικό με αυτόν τον αυστηρό άνθρωπο με το παρουσιαστικό που έλεγαν πως δεν ήξερες από πού να κρυφτείς, το γεγονός που ενώ απέκτησε τεράστια και δίκαιη φήμη μόνο μέσα από τους στίχους τραγουδιών των μεγάλων συνθετών, όλοι αναφέρονται στον ποιητή και στιχουργό Γκάτσο και συχνά παραλείπουν τελείως και την ιδιότητα του στιχουργού. Χωρίς να διαπράττουν λάθος, όλοι γνωρίζουν πως έγραψε μόνο ένα ποίημα την “Αμοργό”, σπουδαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού, όπου το νησί δεν εμφανίζεται πουθενά, αλλά δεν αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο έργο του που είναι στιχουργικό και μεταφραστικό.

Είναι λοιπόν περισσότερο η κατ’ οικονομίαν αναγνώριση πως σε τόσο ισχυρό στίχο, όπως αυτόν που έντυσε τα τραγούδια, τα τοποθετημένα όρια στιχουργικής και ποίησης παύουν να υπάρχουν. Δεν υπάρχει ομότεχνός του, στην Ελλάδα, για τον οποίο μπορεί να ισχύει η ίδια καλότυχη παραδοχή. Δεν ήταν βεβαίως μόνο η ευαισθησία και η ονειροπαρσιά του δημιουργού, ήταν και η βαθιά γνώση του για όλα τα ρεύματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής έκφρασης.
Όλα κύριε Νίκο είναι εδώ, όπως τα άφησες εσύ και όπως τα ξέρεις.

σημείωση 48

Δηλαδή μια τραγουδίστρια κουκούλωσε για χρόνια πως και οι δυο γονείς της ήταν Αλβανοί. Αν έλεγε την αλήθεια θα δυσκολευόταν η καριέρα της στη σόουμπιζ καθώς το τυπικό κοινό του τηλεοπτικοποιημένου θεάματος είναι μια κατηγορία πιο φοβικό από το μέσο όρο. Και οι άνκορμεν της ξενότητας επίσης ξέρουν να τροφοδοτούν την τάση αριστοτεχνικά, επιστήμη την έχουν κάνει – παρότι ανειδίκευτοι έως ανίκανοι σε οτιδήποτε άλλο. Είχε διαλέξει να πουλά πως είναι Μεξικάνα, ολόκληρο ωκεανό μακρινό, άρα συμπαθές, διαθέτει λάτιν ηδονικά λικνίσματα, φοίνικες και σομπρέρο σαν συνειρμούς.

Κάποια στιγμή εκπροσωπεί την Κύπρο στη γιουροβίζιον. Αποφασίζει να προδώσει με οπτική εικόνα το μυστικό μήπως παίξει αυτό ρόλο να πάρει ψήφους και από την Αλβανία. Πέφτει όλος ο γνωστός συρφετός να την φάει, ζητιέται το κεφάλι της, τοποθετούνται τα καυσόξυλα για την πυρά.

Ο συρφετός ένιωσε οργή γιατί η Φουρέιρα (δεν θυμάμαι ακριβώς και το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο) είναι μια πολύ ωραία κοπέλα, που σίγουρα κάποιοι από τον συρφετό θα την φαντασιώθηκαν επίσης, που δεν συνέχισε να τελεί αυτή τη βαρβαρότητα που πρακτικά αναγκάστηκαν να κάνουν τα πρώτα χρόνια χιλιάδες παιδιά στα σχολεία και οι γονείς τους, να αλλάζουν ονόματα, να κρύβουν όσο μπορούσαν την καταγωγή τους, με την απόλυτη ένοχη συμφωνία και πολλών δασκάλων. Αν συνέχιζε να το καλύπτει θα ήταν η άξια επιλογή και για την ίδια και για το κοινό.

Πριν αρκετά χρόνια δίδασκα ένα ειδικό μάθημα σε ένα ολοήμερο, στις έξτρα ώρες της απασχόλησης. Το καλύτερο και ικανότερο παιδί της τάξης είχε ένα όνομα σαν “Γιάννης”. Η ιστορία είναι μεγάλη να την εκθέσω σε λεπτομέρειες. Η ουσία είναι πως γνώριζα πως είναι Αλβανάκι που το “έκρυβε”, αλλά φυσικά το είχα ξεχάσει και δεν με αφορούσε παραπέρα. Μια φορά που βρεθήκαμε μόνοι μας μετά το μάθημα γιατί ήθελε το παιδί να με ρωτήσει κάτι πιο ειδικό, δεν ξέρω κι εγώ πως πήρα το θάρρος και του είπα όταν έφευγε “μην κολώνεις Γιάννη, να λες πως είσαι Αλβανός – δεν είναι δουλειά τους”. Μου απάντησε “κύριε, δεν θέλω…” και έφυγε γρήγορα χωρίς να κοιτάξει.

Μετά από μια εβδομάδα (το τμήμα ήταν εβδομαδιαίο) ήρθε και με βρήκε μια γυναίκα του μόχθου, η μάνα του, και μου έσφιξε το χέρι “Ήρθα να σας ευχαριστήσω, να σας σας ευχαριστήσω πολύ, εμείς δεν θέλαμε να το κρύβει, αλλά ο διευθυντής μας συμβούλευσε πως είναι καλύτερα για τους γονείς τους άλλους…Ήθελα να σας γνωρίσω”. Ήταν ό,τι πιο ωραίο και πιο κολακευτικό μου είχε συμβεί όσα χρόνια ήμουν στην έξτρα διδασκαλία στο ολοήμερο.

Ξιδάκι που είναι η τραγουδίστρια Αλβανίδα και ο αετός που σχημάτισε με το χέρι της είναι το γνωστό ιστορικό σύμβολο της χώρας, Σκιπερία λέγεται η χώρα (“χώρα των αετών”) και αυτό βαστάει μερικούς αιώνες πριν γίνει ανεξάρτητο κράτος ενώ οι κατακτητικές προεκτάσεις του αετού βρίσκονται μόνο στις ονειρώξεις τελειωμένων εθνικιστών -και των δυο πλευρών, σύμφωνοι. Παρότι σκέφτομαι γιατί πρέπει σαν δήλωση ορθότητας να αποσαφηνίζουμε κάθε φορά πως η εθνικιστική ανοησία είναι κατά τον ειρωνικό και τον γελοίο τρόπο που της αρμόζει: απατριδική.

σημείωση 47


Σαν σήμερα, 26 Απριλίου του 1937, από τις 4:30 το απόγευμα έως τις 7 το βράδυ ισοπεδώνεται η βασκική πόλη Γκερνίκα. Ήταν κυριολεκτικά ένας περίπατος για τους πιλότους, καθώς η πόλη ήταν ανοχύρωτη.
Είχα την εύνοια να δω από κοντά, στο μουσείο Ρέινα Σοφία της Μαδρίτης όπου εκτίθεται, τον τεράστιο σε διαστάσεις πίνακα του Πικάσο, που σκόπιμα έχει φτιαχτεί μόνο με μαύρα, άσπρα και γκρι χρώματα. Πέρα από τη δύναμη του ίδιου του πίνακα, εντύπωση και συγκίνηση προκαλεί που ερασιτέχνες ζωγράφοι, οι περισσότεροι φοιτητές εικαστικών σχολών κάθονται με τις ώρες και αναπαριστούν λεπτομέρειες του πίνακα. Είναι συχνή εικόνα στους διάσημους πίνακες – και στο Πράδο της ίδιας πόλης με τον “Θρίαμβο του Θανάτου” του Μπρέγκελ.
Τη Γκερνίκα κανείς όμως πιστά, δίνουν συνήθως προσωπικό τόνο που απέχει πολύ από το ίδιο το ιστορικό γεγονός: καραβάνια φυγάδων, βομβαρδισμένες πόλεις του 21ου αιώνα κ.λπ. Τη μεγαλύτερη εντύπωση μου είχε προκαλέσει ένας μινιμαλιστικό σχέδιο επισκέπτριας του μουσείου που αποτελείτο μόνο από μαύρες τελείες, είναι σίγουρο ότι κάθε τελεία συμβόλιζε καθένα από τα θύματα της παγκόσμιας προσφυγιάς όπως καταγράφονται σε καθημερινή βάση. Δηλαδή τις Γκερνίκες του καιρού μας.

σημείωση 46

Κι έτσι το ένα από τα αδέλφια Ταβιάνι, ο Βιτόριο (1929) μας αποχαιρέτησε το πρωί. Τέλος για μια πολύ μεγάλη και ιδιαίτερη εποχή του ευρωπαϊκού σινεμά – ιδιαίτερη στη γραφή και ιδιοφυής πολιτικός πυρήνας σε όλες τις δημιουργίες. Συχνά θέτοντας ως καμβά την ιστορία. Το γιουτιούμπ από το “Χάος”, το σπονδυλωτό αριστούργημα που γυρίσαν τα δυο ωραία και σοφά αδέλφια στα ξερά τοπία της Σικελίας με βάση διηγήματα του Πιραντέλο: οι τίτλοι αρχής και οι πρώτες εικόνες από το μέρος “l’altro figlio – ο άλλος γιος”. Υπήρχε και υπάρχει αυτή η Ιταλία, το “εργαστήρι της Ευρώπης” που τη λέγανε. Οι μπερλουσκόνηδες και ό,τι εκφράζουν σε πολιτισμό οι πολλοί ίδιοί τους, οι ρεπλίκες, ένα ασήμαντο πέρασμα της ιστορίας θα είναι που κυριαρχούν τις εντυπώσεις γιατί κάνουν πολύ κλακ θόρυβο.

Μερικές φωτογραφίες από ταινίες, μεγάλες σκηνές σε βίντεο, πολλά σχόλια και στοιχεία φίλων, στην ανάρτησή μου στο fb εδώ

σημείωση 45


Ένα υπέροχο και χωρίς κούφιες εξάρσεις ντοκιμαντέρ για τη Γκρέτσια Σαλεντίνα (η πιο φτωχή περιοχή της Ιταλίας, ένα πραγματικό γκέτο φτωχολογιάς) που δεν στέκεται μονάχα στη σπαραχτική μουσική που γνωρίσαμε αρχικά από τους Ghetonia (γκέτο + γειτονιά), αλλά κατεβαίνει και στους ανθρώπους, που μερικοί στις συνεντεύξεις μιλάνε γρεκάνικα, μερικοί ιταλικά, μερικοί ελληνικά. Σήμερα η διάλεκτος θεωρείται πως έχει εκλείψει, όπως πεθαίνουν τόσες γλώσσες και διάλεκτοι σε όλον τον κόσμο καθημερινά. Όσοι μετρημένοι εξακολουθούν να τα μιλούν είναι με την υποβοήθηση που τους προσέφεραν οι σπουδές της κοινής νεοελληνικής γλώσσας στα πανεπιστήμια της Ελλάδας. Δεν είναι για να τις κλαίει κανείς τις διαλέκτους και τις γλώσσες, όλες ζουν, ακμάζουν και κάποτε αποχαιρετούν, αλλά η μουσική, αυτή που υπήρχε και αυτή που σήμερα γράφεται, διασώζει αυτό που μιλιόταν στα χωριά.

Η καταγωγή τους αβέβαιη, αλλά η θεωρία πως ζουν εκεί αδιαλείπτως από την αρχαιότητα χωρίς να αποκλείεται είναι ίσως αδύναμη, το πιθανότερο με τα ίχνη κάποιων πολύ ειδικών και νεφελωδών στοιχείων των παραδόσεων που αναλύονται, είναι ότι η μετανάστευση έγινε κατά τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους. Οι περισσότεροι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες αλλά ως Ιταλοί με ελληνική κληρονομιά. Πολλοί ωστόσο λένε πως είναι Έλληνες και το στηρίζουν με επιχειρήματα ενώ φυσικά υπάρχουν και αυτοί που η Ελλάδα τους είναι εντελώς αδιάφορη και ας κατάγονται από τα ελληνόφωνα. Τίποτα δεν είναι απόλυτο. Συνυπάρχουν όλα μεταξύ τους, όλα μπλέκονται. Δεν είναι πάρα πολλά χρόνια που τους ανακάλυψαν για τα καλά, να είναι τριάντα χρόνια. Έφταναν τα πρώτα γκρουπ με τουρίστες από την Αθήνα και οι τελευταίες γιαγιάδες που λαλούσαν τη διάλεκτο, που δεν ζουν βέβαια πια, επειδή έμεναν στο σπίτι και δεν είχαν πολλές παραστάσεις, ούτε ήξεραν βιωματικά πως υπάρχει και χώρα Ελλάδα, έλεγαν στους γιους τους “αυτοί μιλάνε αλλαγμένα γρίγκο, από πού έρχονται;” Τους “εκμεταλλεύτηκαν” εγχώριοι μεγαλοϊδεάτες πολιτικοί και δημοσιογράφοι (π.χ. ο ανεκδιήγητος Α. Ντινόπουλος), αλλά τι έχει να κάνει;

Εδώ το ωραίο τελευταίο μέρος 13 λεπτών, τα υπόλοιπα τρία όποιος/α ενδιαφέρεται μπορεί να τα βρει εύκολα στο youtube.

σημείωση 44


Συστηνόταν τα τελευταία χρόνια σαν Ουρουγουανός πολίτης και Κουβανός συγγραφέας ο Ντανιέλ Τσαβαρία που πέθανε προχτές στα 84 του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 διέφυγε από τη χούντα της Ουρουγουάης κάνοντας αεροπειρατεία και οδηγώντας το αεροπλάνο στην Αβάνα. Άρχισε να γράφει σε μεγάλη ηλικία και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Κρ. Ηλιόπουλο, από τις εκδόσεις Opera που διατηρούν μεγάλη και υπεύθυνη σχέση με την νέα ισπανόγλωσση λογοτεχνία.

Πριν μερικά χρόνια, είχα διαβάσει το “Χαιρετίσματα στο Θείο” (πρωτότυπος τίτλος: Alla Ellos) και μου έκανε μεγάλη εντύπωση το βιβλίο, μου άρεσε πολύ. Ήταν μια συναρπαστική ιστορία σε παράλληλα επίπεδα, ισπανικός εμφύλιος, μια άγνωστη φυλή στον Αμαζόνιο, δανδήδες κατάσκοποι της CIA στην Αβάνα. Όπου ο συγγραφέας παίρνει θέση φυσικά, αλλά χωρίς ίχνος διδακτισμού που είναι η παγίδα σε μυθοπλασία που δανείζεται φορτισμένα στοιχεία από την πολιτική ιστορία. Τα άλλα βιβλία του ήταν πιο μικρά σε σελίδες, ευκολοδιάβαστα όπως το Alla Ellos – και δυο από αυτά που μου έπεσαν ήταν καλά αλλά δεν έφταναν την αρτιότητα του πρώτου. Το Μάτι της Θεάς και το Κάποτε στην Μαδρίτη. Μου φάνηκαν κάπως ανολοκλήρωτοι στην πρόσληψη από τον αναγνώστη οι ανθρώπινοι τύποι, αλλά φυσικά το “λάθος” είναι δικό μου και η περίσταση δεν ήταν και καλή. Άλλωστε η λογοτεχνία του ήταν στα όρια του λατίνικου νουάρ και η προτεραιότητα ήταν αλλού στη διήγηση: σε σπαράγματα των χαρακτήρων σε στιγμές που θα γίνονταν παραμυθένια αφήγηση στους ανθρώπους, όπως άξιζε στις στιγμές.

Αν έχει κάποια αξία μια τυχαία αναγνωστική πρόταση, το “Χαιρετίσματα στο Θείο” είναι ένα μάλλον σκληρό βιβλίο, βαθιά πολιτικό γιατί και ο ίδιος ο Τσαβαρία ήταν πολιτικό ον σε όλη του τη ζωή, που μένει με μεγάλη αναγνωστική αγάπη όμως στη μνήμη. Κι αν υπάρχει ένα ακριβό κριτήριο είναι ό,τι μένει – το οποίο επεκτείνεται σε σημαντικότερα από τη λογοτεχνία.

σημείωση 43


Ο Τζέιμς Σπέιντερ και η Άντι Μακ Ντάουελ στην ταινία “Σεξ, ψέμματα και βιντεοταινίες” (1989).

Μέρα που είναι, μια αναφορά σε όλα εκείνα τα ψέμματα που ειπώθηκαν σε στιγμές που η ζωή ζορίζει και κάθε τι διαφορετικό σαν ενέργεια στο συγκεκριμένο στίγμα του χρόνου θα κατεδάφιζε άσκοπα έναν ή και περισσότερους ψυχικούς κόσμους ενώ το γκρέμισμα μπορεί να περιμένει λίγο, υπήρχε λόγος; Η κανονιστική, παντός καιρού αλήθεια για την αλήθεια ευτελίζεται σε εργαστήριο και αποστείρωση, αυτό έχω καταλάβει.

“Ο γιατρός θα το δει μόνο, θα χρειαστεί επέμβαση, αλλά δεν είναι τίποτα”, “ναι, και εγώ σε αγαπάω”, “τέλειωσα, ήταν υπέροχα”, “εκείνος πέθανε, όμως εσύ θα μας έχεις πάντα δίπλα σου”. Ευθείες σπορές αβεβαιότητας, αλλά σπορές αδύναμες, άναρχες και ραγισμένες, βαλμένες με το χέρι, μπορεί και έτσι μπορεί αλλιώς, όχι με τη μηχανική υποστήριξη μιας τυφλής και άψογης βιομηχανικής μπουλντόζας.

Και σε όλα εκείνα τα φανταστικά, ψεύτικα, σύμπαντα της λογοτεχνίας, που πάντα ήταν ασφαλές και μαγικό καταφύγιο.

σημείωση 42

Δεν έχει γίνει καθόλου γνωστό (παρά μόνο σε τοπικό Τύπο) πως σαν αποτέλεσμα των νοσηρών διωγμών που έχει εξαπολύσει ο Ερντογάν εναντίον υπόπτων για συμμετοχή στο πραξικόπημα (το ποιός είναι ύποπτος για την ερντογανική πραγματικότητα είναι παρανοϊκά αυθαίρετο) διέφυγαν από την Ελλάδα προς Ιταλία αρχικά και μετά σε ασφαλή προορισμό στη Σκανδιναβία ο Τούρκος υποπρόξενος στη Θεσσαλονίκη και η σύζυγός του, επίσης διπλωματική υπάλληλος. Αυτομόλησαν επίσης ο πρόξενος στην Κομοτηνή και η σύζυγός του. Για να οργανωθεί η φιέστα της υποδοχής του προέδρου στη Θράκη τον περασμένο Νοέμβριο επιστρατεύθηκε ο Τούρκος πρόξενος στη Ρόδο, Μπαρίς Καλκαβάν, πραιτωριανός του καθεστώτος. Και στις δύο περιπτώσεις είχε προηγηθεί έγγραφο από την κεντρική υπηρεσία που τους καλούσε εσπευσμένα, είτε με μετάθεση στη δεύτερη περίπτωση είτε για ενημέρωση στην πρώτη, στην Αγκυρα. Η επιλογή των Τούρκων διπλωματών ήταν να μη ζητήσουν πολιτικό άσυλο από τις ελληνικές Αρχές και να ξεφύγουν όπως-όπως σε ασφαλείς χώρες.

Ο Ερντογάν έχει στήσει ένα διαολεμένο όργιο κρατικής τρομοκρατίας στο εσωτερικό, είναι ένας ζόφος. Στο στόχαστρο το πιο δυναμικό και προοδευτικό κομμάτι του πληθυσμού. Η χώρα που έχει για παράδειγμα στις φυλακές τους περισσότερους πανεπιστημιακούς δάσκαλους, μακράν πρώτη. Και νιώθει ο Ερντογάν αυτοκρατορικά ισχυρός για να κάνει εξαγωγή, μιας και οι διεθνείς αντιδράσεις κινούνται να είναι ρητορικές και φαρισαϊκές, με τη βολική τυφλότητα πως πρόκειται για εκλεγμένη εξουσία. Αντί να αρχίσουν βήματα απομόνωσης σε διεθνές επίπεδο, που θα λειτουργούσαν σαν πίεση μήπως και ξεθαφτεί κάπου η λογική. Μόλις έγινε γνωστό από τα διεθνή μέσα ότι 5 Τούρκοι εκπαιδευτικοί που ήταν αποσπασμένοι σε σχολεία του Κοσόβου απήχθησαν ουσιαστικά προς την Τουρκία. Ο πρωθυπουργός του Κοσόβου δήλωσε πως ό,τι έγινε, έγινε με την πλήρη του άγνοια και αυτονόητη αντίθεση. Υπηρεσία του Κοσόβου τους κάλεσε με πρόφαση τυπικά θέματα ανανέωσης άδειας παραμονής, στήνοντας παγίδα, και στη συνέχεια τους συνέλαβαν σε ξένο έδαφος και τους μετέφεραν οι μυστικοί του Ερντογάν. Πόσα ήταν τα αργύρια που εναπόθεσαν δεν μάθαμε μόνο.

Είναι απεχθές πως η πραγματικότητα Ερντογάν έχει τη λεγόμενη διεθνή δημοκρατική και ηθική νομιμοποίηση, πασπαλισμένη που και που με διακοσμητικούς αστερίσκους ανησυχίας. “Και κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα” – το ήξερε από τότε παλιά ο Θουκυδίδης.

σημείωση 41

Ποτέ δεν πούλησε πλαστικό τηλεοπτικό σεξ απίλ και κούφια επιτήδευση. Ανοικονόμητη, η πρώτη μάγκισσα, ξέρει πολύ καλά ότι οι πολύ ωραίες γυναίκες συνήθως είναι για εκείνους τους άντρες που στερούνται της φαντασίας. Είναι η Ματούλα Ζαμάνη που εδώ υποδέχεται με σπάνια και αυθεντική τρυφερότητα την μυστική επισκέπτρια του κοινού Τάνια Τσανακλίδου, ασπρομάλλα δυο χρονών μωρό, και πιάνουν το περίφημο νανούρισμα του Λόρκα. Οι μεγάλες κυρίες όπως πάντα στις μικρές ώρες.

σημείωση 40


Ο Πλούταρχος γράφει για την τεράστια καταστροφή που έπαθαν οι Αθηναίοι στις Συρακούσες στον πελοποννησιακό πόλεμο και που οι αιχμάλωτοι επειδή σύμφωνα με τα θρησκευτικά στάνταρ θα ήταν άγος να θανατωθούν μεμιάς, τους έβαλαν σε κάτι σαν στρατόπεδο, στα ορυχεία, ήταν ένα αρχαίο γκούλαγκ, όπου τους περίμενε έμμεσος, όμως βέβαιος θάνατος, από τις τερατώδεις κακουχίες.
Για όποιον έχει πάει στη Σικελία το ορυχείο υπάρχει, ταυτίζεται κατά πάσα πιθανότητα με αυτό του αρχαίου κόσμου και φυσικά θαρρείς πως βρίσκεσαι στις σελίδες του Θουκυδίδη και του Πλούταρχου.

Σε ένα ταπεινό σε έκταση απόσπασμα ο Πλούταρχος αναφέρει ένα περιστατικό. Η αγγελία δεν είχε φτάσει στην Αθήνα ακόμα, αλλά κάποια στιγμή ήρθε ένας ξένος στον Πειραιά, που ήξερε τι είχε συμβεί, αλλά δεν είχε το θάρρος να το αναγγείλει δημόσια, έλεγε πού ξέρω πως θα το πάρουν αυτοί και τι θα μου κάνουν. Θα το αναλάβουν σίγουρα οι επόμενοι που θα φτάσουν, τι να μπλέξω. Πήγε όμως σε έναν κουρέα της εποχής και επειδή πάντα οι κουρείς ήταν πολύ συζητητικοί, πιάσαν κουβέντα και απέξω απέξω του μίλησε για το κακό που γνώριζε, την βαριά καταστροφή.

Ο κουρέας είχε έναν γιο στη Σικελία, τον ρώτησε αν ξέρει να του πει για την τύχη του, πού να ήξερε. Φρικίασε και μάλιστα σταματάει ο ξένος να μιλάει και αναπαριστά ο ίδιος ο κουρέας με τη φαντασία του την καταστροφή και το θάνατο του γιου του στην αιχμαλωσία. Παίρνει αυτός τον λόγο. Δεν τον ενδιαφέρει η ταπείνωση της πόλης καθόλου αλλά μόνο η οικογενειακή υπόθεση. Δεν γνώριζε σίγουρα, με όνομα και επίθετο που θα λέγαμε σήμερα, αλλά όλα τα στοιχεία που έφερνε ο άγνωστος εκεί οδηγούσαν. Είναι ένα μικρό σημείο στην αρχαία γραμματεία που έχει ανεπιβεβαίωτα όρια με τη διήγηση και τον μύθο, το οποίο πήρε ο Άγγλος συγγραφέας Χάρολντ Μπάρκερ, έγραψε ένα έργο με τίτλο “το ύστατο σήμερα” και έκανε παράσταση στην Αθήνα, λίγο πριν τον θάνατό του, ο Λευτέρης Βογιατζής, το 2010. Πατάει πάνω στο περιστατικό του Πλούταρχου και δημιουργεί φαντάζομαι πολιτικό δοκίμιο και όπως διαβάζω, ο κουρέας θρυμματίζει τα δεκάδες αντικείμενά του, τα εργαλεία της δουλειάς του, δημιουργώντας μια απτή εικόνα καταστροφής. Στο τέλος όμως προσπαθεί να τα ξανακολλήσει, να τα επανασυνθέσει, για τη συνέχεια της ζωής που περνάει χωρίς να κοιτάζει.

Σε μια εποχή που μάλλον η πληροφορία είναι εύκολη, ταχύτατη και προσβάσιμη, πεισματικά εξακολουθούν δραματικές αναλογίες με τις προσφυγικές περιπέτειες, με τα σωσίβια που βρίσκονται στις βάρκες και έχουν με μαρκαδόρο γραμμένο φράσεις όπως “το όνομά μου είναι… και το τηλέφωνο της μητέρας μου…. Ειδοποιήστε την”.

σημείωση 39


Αν συλλέγω κάτι που μπορώ να το ομολογήσω χωρίς δημόσιες ντροπές, είναι φωτογραφίες όπου κάποιος ανταποκριτής ή συγγραφέας κάθεται μπροστά σε μια γραφομηχανή. Παλιά ήταν άθλος το εγχείρημα και το αποτέλεσμα απλώς δεν υπήρχε, τώρα τα ξέρετε, πατάς σκανδαλωδώς εύκολα ένα κουμπί και βγαίνει…μια γραφομηχανή.

Ο λόγος για αυτή τη συλλογή είναι μάλλον η νοσταλγία για τον πατέρα μου, που όλη του την ενήλικη ζωή, και λόγω επαγγέλματος, την πέρασε μπροστά από γραφομηχανές από τις οποίες δεν έμεινε τίποτα – καλύτερα γιατί ο βαθμός νοσταλγίας θα μεγάλωνε και θα καταντούσε δυναστευτικό.

Μια από τις πιο σπουδαίες φωτογραφίες που πάντα επιστρέφω είναι του Αμερικανού ανταποκριτή Τζον Ριντ που έγραψε τις “Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο”, για την οκτωβριανή επανάσταση. Εδώ πρέπει να είναι το 1920, δηλαδή το έτος που πέθανε πρόωρα και τάφηκε στην νεκρόπολη του τείχους του Κρεμλίνου.

Ο Τζον Ριντ δεν ήταν λογοτέχνης, παρότι είχε γράψει μερικά ποιήματα πιο νέος. Το Μεξικό και ο Πάντσο Βίγια τον είχαν μάθει να γράφει ρεπορταζιακά χωρίς να χαλαρώνει η εξιστόρηση, άρα στην καλλιέπεια ούτε καλός ήταν ούτε τον εξυπηρετούσε.

Επειδή μάλιστα ήταν από τη δυτική ακτή της Αμερικής οι λέξεις για αυτόν ποτέ δεν είχαν διπλή σημασία. Το είχε επισημάνει ο Τζον Nτος Πάσος στο περίφημο “USA 1919” -και επειδή εκείνος ήταν λογοτέχνης, τον ζήλευε θαυμαστικά και πολύ.

σημείωση 38


Οι δίκαιοι και τίμιοι άνθρωποι της Θεσσαλονίκης -δεν αφορούν οι πολιτικές τους συμπάθειες αλλά η εσωτερική αίσθηση της εντιμότητας- μόνο συνταρακτική μπορεί να βρήκαν την ομιλία του δημάρχου της πόλης για την εβραϊκή κοινότητα, την πολυπληθέστερη και την πιο ενεργή με τα αστικά επαγγέλματα και τους πρώτους σοσιαλιστικούς εργατικούς αγώνες στη χώρα. Μια τόσο σημαντική μήτρα για τους σεφαρδίτες ώστε την έλεγαν σε όλη τη Μεσόγειο, αλλά και πολύ πιο βόρεια στην Ευρώπη, μάδρε ντε ισραέλ.

Η κοινότητα κατά την κατοχή αφανίστηκε σε ποσοστό γύρω στο 95%. Ήταν μια τρέλα της Ιστορίας, αλλά έγινε, συμβατικά να πούμε πως πέρασε και συμβατικά να πούμε πως οι όποιοι επιζώντες βιολογικά εκλείπουν, μια χούφτα μείνανε.

Δεν είναι εκεί το ερώτημα, αλλά στο ότι η πόλη μεταπολεμικά φρόντισε να εξαφανίσει οποιαδήποτε κτιριακή ή μνημειακή αναφορά στην κοινότητα, όπως και σε κάθε μη χριστιανική ορθόδοξη ομάδα του πληθυσμού. Συστηματικά και σχεδιασμένα, όχι από αμέλεια, εντελώς ως κεντρική απόφαση. Πολύ σοβαρή, χωρίς αστεία και τις συνηθισμένες ελληνικές προχειροδουλειές. Και όταν ήταν απολύτως αναγκαίο, η απόφαση ομολογείτο ανοιχτά. Αλλά ακόμα και στο λόγο τον προφορικό τον κοινό ήταν σαν απαγορευμένη η αναφορά για να ξεχαστεί με τις γενιές, που ξεχάστηκε.

Αμφιβάλλω πόσοι από τους ανθρώπους που βαδίζουν στο δρόμο υποψιάζονται ένα όχι πολύ μακρινό παρελθόν στα ίδιο το περιβάλλον που περπατούν εκείνο το λεπτό. Περίπου πείστηκαν πως δεν υπήρξε ποτέ. Υπερβολικό, όχι. Υπήρξε, αλλά ήταν περιφερειακό, τίποτα το αξιομνημόνευτο για την συνέχεια της πόλης. Πριν μια γενιά ήταν ενοχλητικό χτες που καταχωνιαζόταν με συνένοχη ομονοούσα καθολική σιωπή, τώρα απλώς ανύπαρκτο. Η μητροπολιτική πόλη των Βαλκανίων που οι περιηγητές οι παλιοί έγραφαν πως όταν έμπαινες από τη θάλασσα, και ομίχλη να είχε, το χρώμα ήταν του ουράνιου τόξου εθνοτήτων. Και τα χρόνια που πέρασαν από τότε είναι πολλά για την ανθρώπινη ζωή -όμως εντός του πλαισίου της- για την Ιστορία από την άλλη ένα ασήμαντο τίποτα.

Αν υποθετικά ήμουν δημότης της πόλης, τον Μπουτάρη δεν θα τον ψήφιζα, όπως και κάθε υποψήφιο που τελικά στηρίζεται από τους συστημικούς σχηματισμούς. Όμως είναι μια πόλη που τον θόρυβο και το χρώμα τον δίνουν, μην κρυβόμαστε, οι πιο οπισθοδρομικές, παρακρατικές και παραθρησκευτικές, εθνοκάπηλες, σκοταδιστικές, κατ’ επάγγελμα κάλπικες ιαχές εδώ και πολλές δεκαετίες – πριν και τη δικτατορία σαφώς. Αλλά και πρόσφατα συμπληρώθηκαν με τους οπαδικούς στρατούς των “ευεργετημένων” από σκοτεινό εκ Ρωσίας επιχειρηματία. Οπότε δεν είναι ομιλία που τον συμφέρει, μόνο απέραντο κόστος δημοφιλίας έχει, ωστόσο η ίδια ομιλία δεν χωρά, συνειδησιακά νομίζω τουλάχιστον, “ναι μεν αλλά”. Παραβιάζοντας ανοιχτές πόρτες, ενώ τελικά δεν είπε παρά τα αυτονόητα και γνωστά για όποιον θεωρεί προσωπικό καθήκον να μην περιλαμβάνεται στις συλλογικές απωθήσεις ζώσας μνήμης.

Το κείμενο της ομιλίας εδώ: news247.gr/h-sygklonistikh-omilia-mpoytarh-gia-toys-evraioys-ths-thessalonikhs

σημείωση 37

Με την ιδιότητα της Γερμανίδας -εβραϊκής καταγωγής- διανοούμενης, η Χάνα Άρεντ καταφέρνει να εξασφαλίσει διαπίστευση για την πολύκροτη δίκη του Άντολφ Άιχμαν, στην Ιερουσαλήμ το 1961, ο οποίος απήχθη με μυθιστορηματικό τρόπο από Ισραηλινούς πράκτορες στην Αργεντινή όπου είχε καταφύγει, με καινούργια ζωή και το καινούργιο όνομα Ρικάρντο Κλέμεντ.

Η Άρεντ φθάνει στην Ιερουσαλήμ με την πεποίθηση ότι στην αίθουσα του δικαστηρίου, θα αντικρίσει το τέρας που έκανε το Ολοκαύτωμα πρακτικά εφαρμόσιμο. Τον αρχιοικοδόμο όλης της παρανοϊκής απόφασης. Αντί γι’ αυτό βρέθηκε μπροστά σε ένα μπασμένο ανθρωπάκι, έναν γραφειοκράτη με υπερβάλλοντα ζήλο. Που θεωρούσε τιμή του να εκτελεί εντολές. Και γράφει:

“Το μεγαλύτερο κακό σε αυτόν τον κόσμο δεν προέρχεται από ανθρώπους που επιλέγουν να είναι κακοί. Προέρχεται από ανθρώπους που απλώς δε σκέφτονται καθαρά. Από ανθρώπους που, βλέποντας τα πράγματα μονομερώς, μέσα από παραμορφωτικούς-ιδεολογικούς φακούς, κάνουν αδιανόητα πράγματα, θεωρώντας τα προφανή και ενταγμένα σε κανονικότητα.”

Η φιλοσοφική αποτίμηση της Άρεντ δυσαρέστησε τους συγγενείς των θυμάτων, που η μνήμη και το θυμικό τους επέβαλαν σκέψεις πιο αποτρόπαιες και δαιμονοποιημένες σε προσωπική προβολή, σαν μια από τις φριχτές εξαιρέσεις του ανθρωπίνου είδους, αλλά η Γερμανίδα έκανε το συνειδησιακό της καθήκον ως φιλόσοφος και κοινωνική επιστήμων. Από τότε ήταν απέναντί της, στην καλύτερη περίπτωση, επιφυλακτικοί.

Ο Μαγκρίς ακόμη, στο φοβερό βιβλίο Δούναβης (εκδ. Πόλις), γράφει ότι φασισμός, στη λιγότερο απαίσια αλλά όχι και λιγότερο καταστροφική διάστασή του, είναι ακόμη κι η στάση αυτού που ξέρει να είναι καλός φίλος του διπλανού του, αλλά δεν αντιλαμβάνεται ότι και άλλοι άνθρωποι μπορούν να είναι το ίδιο φίλοι των δικών τους διπλανών. Ο Άιχμαν ήταν ειλικρινής όταν στην Δίκη της Ιερουσαλήμ καταλήφθηκε από φρίκη μαθαίνοντας ότι ο πατέρας του λοχαγού Λες είχε πεθάνει, τελικά, στο Άουσβιτς. Τον είχε ανακρίνει επί μήνες και έναντί του για κάποιον λόγο (που οφειλόταν πως παρότι με πλαίσιο ανακριτή-ανακρινόμενου γνώρισε άνθρωπο και όχι καταγραφή αριθμού), αισθανόταν σεβασμό. Φρικίασε, γιατί η γραφειοκρατική έλλειψη φαντασίας του τον είχε εμποδίσει να ξεχωρίσει πίσω από τους αριθμούς των θυμάτων πρόσωπα, περιγράμματα, βλέμματα, συγκεκριμένους ανθρώπους, έστω και Εβραίους.

Η μάνα μου που θυμάται ολοζώντανα τη δίκη του Άιχμαν στον Τύπο της εποχής του 1961, ακόμα και τώρα λέει με άδικο φόβο για ανθρώπους με πολύ στενά χείλη “πω πω, δεν ξέρω, αλλά έχει τα χείλη του Άιχμαν” – ήταν το σημειούμενο φυσικό χαρακτηριστικό του τέρατος του Ολοκαυτώματος, που δεν είχε τίποτα άλλο έντονο. Κάνει λάθος φυσικά, το ξέρει και η ίδια, αλλά πού να της το εξηγήσεις πια.

Η φολιδωτή ουρά αφορά μόνο συμπαθείς και πολύ αδέξιους προς το κακό χαρακτήρες της φανταστικής λογοτεχνίας, Κλουζό του κακού. Όλοι οι άλλοι είναι άνθρωποι κοινοί, καμιά φορά της διπλανής πόρτας. Της δικής μας πόρτας δεν το γράφω, γιατί και σαν φευγαλέα ιδέα είναι αβάσταχτη.

σημείωση 36

Οι χρυσαυγίτες που έδωσαν ικανής ποσότητας τόνο είναι η ιστορική ευθεία γραμμή πρωταγωνιστών συλλαλητηρίων για το μακεδονικό το 92, διεθνών εθελοντών με την πλευρά των ομόδοξων στη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα, μετέπειτα μαχαιροβγαλτών και επιτέλους δικαιωμένων βουλευτών.

Αλλά αυτό είναι το απεχθές που κάνει μπαμ και είναι διακριτό σαν ευκλείδειο σχήμα προς την ευκρίνειά του. Μπορούμε να μείνουμε εκεί επίπεδα και βολικότατα, αλλά τίποτα δεν θα έχουμε δει, φοβάμαι.

Αφού το υπόλοιπο απενοχοποιείται ως γραφικό ή ακόμα χειρότερα πατριωτικό που περιέχει κάποιες υπερβολές λόγω κάποιου, όπως λένε εθνικού δίκιου που πνίγει, κάπου βρες το λάθος. Ήταν πράγματι πολλοί, αλλά η Ιστορία ξέρει πως η καταμέτρηση-ποτάμι δεν υπόκειται σε θετική κρίση αυτόνομα. Στη Νύχτα των Κρυστάλλων, λέμε τώρα και γνωρίζοντας τις αναλογίες, ήταν περισσότεροι.

Αλλά δεν είναι ανάγκη η συγκέντρωση, αύριο το πρωί γύρω θα το δεις, πληθωρικότατο. Και καλοσυντηρημένο εν εφεδρεία ως πολύτιμο κεφάλαιο για κάθε είδους χρήση από κυβερνήτες, μα κάθε είδους, ποτέ δεν ξέρεις, ποτέ δεν ξέρουν με ασφάλεια κι αυτοί.

Ο πίνακας δεν ξέρω τι ακριβώς εικονίζει, αλλά επειδή είναι κάπως ανοίκειος, κάτι που δεν βγάζει φιλική αίσθηση, τον πρόσθεσα…

σημείωση 35

Το βράδυ, εκεί κοντά στον ύπνο, βάζω συχνά να ακούγονται σταθμοί του εξωτερικού, συνήθως με κλασική και τζαζ. Μια νύχτα εκεί που συντόνισα στο BBC3 ακουγόταν μια συνέντευξη, που εκείνος που ήταν στο μικρόφωνο ήταν Έλληνας, διακρινόταν από την πρώτη λέξη κιόλας λόγω της χαρακτηριστικής επίπεδης προφοράς στα (τέλεια κατά τα άλλα) αγγλικά που μιλούσε.

Ακούγοντας στη συνέχεια είδα πως το όνομά του είναι Θεόδωρος Κουρεντζής, γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και είναι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στη μουσική σκηνή διεθνώς και η καλλιτεχνική του εστία είναι η Ρωσία. Σε ερώτηση που του έγινε, είπε πως δεν σκέφτεται να γυρίσει στην Ελλάδα μόνιμα, γιατί στη Ρωσία έχει καλύτερες συνθήκες για τη δουλειά του. Μόνο για διακοπές το θέλει.

“Αυτό που είναι αξεπέραστο με τον Μότσαρτ είναι πως πήρε μια τέλεια, μια αψεδιάγαστη κλασική μουσική φόρμα, πιο εντελής αρχιτεκτονική δεν γινόταν, αλλά τι έκανε; Πήγε και τοποθέτησε στη μέση του ναού της τάξης το φίδι” λέει ο μαέστρος που δουλεύει με μια περίεργη ορχήστρα περίεργων ανθρώπων στο Περμ, μια παγωμένη πόλη κάπου στο βάθος, κάπου χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας.

Το φίδι. Ολοζώντανο και ψυχικά απειλητικό.

Προξενούσε εντύπωση ο συνεχής ποιητικός λόγος του και το πάθος του, στη μισή ώρα που κράτησε το πρόγραμμα.
“Δεν θέλω η μουσική που διευθύνω να μυρίζει αίθουσα κονσέρτου, πολυτελή τάπητα, πολυελαίους, όπως δεν θα ήθελε και ο Μότσαρτ που ξέρουμε πόσο το σιχάθηκε. Προσπαθώ να μεταφέρω τον ήχο της άμμου, όσο τα καταφέρνω. Αν το διακρίνετε, είμαι ευτυχής”.

“Από τη στιγμή που θα δεχτείς κρατική στήριξη στην τέχνη μπορείς να γίνεις ένας άριστος περφόρμερ, και δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια να το αρνηθούν. Είναι πολύ δύσκολο όμως να είσαι πραγματικά ελεύθερος”.

“Η Ρωσία είναι ο τόπος που στροβιλίζεται, αν εσύ το θέλεις, και στα πιο αδιάφορα πράγματα ο παλιός ο αρχαίος ήχος των ποιητών. Πουθενά αλλού δεν βιώνεται έτσι”.

Τον βρήκα σε ωραιότατα κλιπ, σε πρόβες από τους Γάμους του Φίγκαρο και τον Ντον Τζιοβάνι.

σημείωση 34

Το αριστουργηματικό μικρό απόσπασμα -γλωσσικά και ποιητικά- από την Αποκάλυψη του Ιωάννη τοποθετημένο στην εμφυλιακή Ελλάδα. Σε ένα ιδανικό σχολείο, ακόμα και τα θρησκευτικά αν εξακολουθούσαν να υπάρχουν σαν μάθημα, θα μπορούσαν να γίνουν ένα συναρπαστικό μάθημα. Ιστορία των θρησκειών, θρησκείες και ανθρώπινη τέχνη, θρησκείες και κοσμική εξουσία. Ακόμη, σε ένα ιδανικό σχολείο, η Ιστορία δεν θα ήταν παράφωνο μεγάφωνο της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης, θα ξέφευγε από τους ηρωισμούς και τα φυσεκλίκια, θα ήταν ένα μαγευτικό ταξίδι στο χρόνο. Φυσικά όμως η Ιστορία (όχι μόνο στην Ελλάδα, παντού) είναι ένα μάθημα καταδικασμένο να εξιστορεί το προγονικό κλέος και να συμβάλει στη διατήρηση του εθνικού παραμυθιού μακριά από δύσοσμες έννοιες όπως είναι η επιστημονική αμεροληψία. Εκεί δεν υπάρχουν ελπίδες ότι θα μπορούσε να αλλάξει κάτι.

Η Φυσική θα κοιτούσε τα αστέρια, το ακατάληπτο του Σύμπαντος, θα καταργούσε όλες τις βεβαιότητες, θα έδινε στοιχειώδη επιστημονική κατάρτιση στους μαθητές, αλλά δεν θα ξεχώριζε από την ποίηση των ουρανών αλλά και του μικρόκοσμου και από το Μυστήριο. Δεν θα έκανε το παν η φύση της διδακτέας ύλης για να μισήσουν τα παιδιά το υπερβατικό.

Και τα αρχαία ελληνικά, απαλλαγμένα από δύστροπες έννοιες όπως είναι συντακτικό και γραμματική, θα εστίαζαν σε συναρπαστικά κείμενα του αρχαίου κόσμου, στις διάφορες σχολές και τάσεις που υπήρχαν, δεν θα έμπαινε στο μικροσκόπιο μόνο ο Πλάτωνας και ο Όμηρος και οι αποστειρωμένοι (όπως διδάσκονται) τραγικοί, θα έμπαινε -ένα από τα πολλά παραδείγματα- και εκείνος ο ποιητής Αρχίλοχος που τόλμησε να καμαρώσει με “αναρχική έπαρση” τον 7ο π.Χ. αιώνα που έριξε την ασπίδα του και γλύτωσε έτσι τη ζωή του, γράφοντας στα απόκρυφά του τους δεκάρικους για την πατρίδα. “Κάποιος από τους Σάιους χαίρεται την ασπίδα μου, όπλον αψεγάδιαστο, που τήνε πέταξα στα θάμν’ αθέλητά μου. Όμως εγώ γλύτωσα το θάνατο. Να πάει στο διάολο η ασπίδα.”

(σκέψεις προσωπικού παραμυθιού)

σημείωση 33

Κι έτσι χωρίς να το πολυκαταλάβουμε πέρασαν οι μέρες των γιορτών, τα τελειώματα τώρα είναι διεκπεραίωση για τις αργίες, τους μαθητές που συνεχίζουν καμιά βδομάδα χωρίς σχολείο, τους αγιασμούς των νερών και τους Γιάννηδες, αστεία πράγματα δηλαδή. Οι ευχές που ήταν να ειπωθούν, ειπώθηκαν. Ο Ιανουάριος είναι ο πιο μεγάλος μήνας του χρόνου, ατέλειωτος καθώς και κομμάτι ακατανόητος, παλιά τον νόμιζα και αφιλόξενο, αλλά δεν είναι.

Οι πολύ μεγάλες και φανταχτερές, οι κοσμογονικές ευχές με το βόλιουμ και τη φωτεινότητα στο μάξιμουμ, τα πυροτεχνήματα του φανταστικού με την ημερολογιακή σύμβαση του χωρισμού του χρόνου σε ευκολοκατάληπτα στον κοινό νου κομματάκια, είναι ωραία. Αλλά μόνο για το παλιό παραμύθι του ανθρώπου που κι αυτό χρειάζεται, χρειάζεται πολύ. Καταδικασμένο όμως να μην έχει διάρκεια – παρά μόνο να διεγείρει μια στιγμιαία ανάταση. Κάτι σαν μύθο που δεν εγγράφεται ως ιστορικός, είναι οραματική εδέμ του μέλλοντος που προτείνεται να αναδυθεί με το ανοιγόκλεισμα ενός διακόπτη ηλεκτρικού ρεύματος, δώδεκα τα μεσάνυχτα στην αλλαγή του έτους.

Αν όμως υπάρχει μια ακριβή και πολύτιμη ευχή που πατάει στον ρεαλισμό είναι υγεία, όπως και ίαση για τους πάσχοντες. Έτσι βρήκα έναν πίνακα με ένα θάλαμο νοσοκομείου που μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση (από τα φώτα στο απέναντι οίκημα καταλαβαίνουμε αυτό που ξέραμε ήδη: πως είναι νύχτα) και τον είχα διατηρήσει, θυμήθηκα επίσης μια νοσοκόμα που είχε διατυπώσει κάποτε “καρκινικά κύτταρα είναι εκείνα που έχουν ξεχάσει πώς να πεθαίνουν”. Νοσταλγώ πολύ την ανησυχία της. Και για μια ακόμη φορά να εκφράσω τον θαυμασμό μου σε αυτούς που παλεύουν με εσωτερική συγκίνηση στους χώρους της υγείας: ασθενείς, συγγενείς, το ωραίο κομμάτι του ιατρικού προσωπικού και τέλος κάτι επιστήμονες-ερευνητές, μερικούς από εκείνους σε κάτι εργαστήρια, που μπορεί να είναι γνωστοί στον επιστημονικό κύκλο, αλλά δεν το μετράνε. Περιφρονούν ανθρώπινα και βαθιά άλλους προβεβλημένους καριερίστες ή και εξαρτημένους από συμφέροντα αγύρτες του παραδιπλανού μικροσκοπίου και μάχονται, σκοπό ζωής το έχουν θέσει, για αυτό που μοιάζει αδύνατο.