Ο Μπεντ Λάρσεν, σε μια φωτογραφία κατά την εποχή της σκακιστικής του ακμής. Ήταν ένας από τους ισχυρότερους παίκτες που προερχόταν από χώρες της δύσης, με ανεξάντλητο πάθος για τη νίκη και υπέρμετρη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ενώ οι βαθιές σκακιστικές του ιδέες πολύ λίγο εφάπτονταν με τον συρμό. Sui generis σκακιστής και άνθρωπος, μετά το 0-6 από τον Φίσερ το 1971 στα προκριματικά για το παγκόσμιο πρωτάθλημα δεν κατέρρευσε αγωνιστικά όπως ο Ταϊμάνοβ – συνεχίσε να παίζει σημειώνοντας και μεγάλες επιτυχίες σε κορυφαία τουρνουά. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η συλλογή παρτίδων του που έχει εκδοθεί στα αγγλικά με τον τίτλο Bent Larsen’s Best Games: Fighting Chess with the Great Dane όπου ο ίδιος εκθέτει μέσα από τις παρτίδες της νεότητάς του και του αγωνιστικού του ζενίθ την αντίληψή του για το σκάκι, σε συνδυασμό φυσικά με καθαρή ανάλυση. Περιέχονται και πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Όταν ο Κορτσνόι αυτομόλησε στη Δύση, για ένα (πάρα πολύ μικρό, είναι αλήθεια) διάστημα κατέφυγε για τη σκακιστική του προετοιμασία στις αρχαιολογικές παρτίδες του Μόρφυ και του Στάινιτς, τόσο είχε σιχαθεί το σκακιστικό κατεστημένο της πρώην πατρίδας του ή έτσι το αντιλαμβανόταν, δεν ήθελε να βλέπει τους πρώην συμπατριώτες του ούτε τυπωμένους. Παρότι γνώριζε πολύ καλά πως δεν νοείτο ούτε για αστείο προετοιμασία παρακάμπτοντας την υπερκυρίαρχη παρουσία του σοβιετικού σκακιού σε όλους τους τομείς της θεωρίας και της αγωνιστικής πρακτικής.

Ο Δανός Μπεντ Λάρσεν έκανε όμως κάτι πιο εξτρίμ και χωρίς να έχει καμία βιωματική παρόρμηση, όπως είχε ο Κορτσνόι, απλώς το θεωρούσε διασκεδαστικό και διδακτικό. Στην προετοιμασία του για ένα τουρνουά στο Άμστερνταμ, είδε όλες τις διασωθείσες (ή κατασκευασμένες) παρτίδες του χαμένου στην ομίχλη της ιστορίας Τζοακίνο Γκρέκο που χρονολογούνται γύρω στο 1620-30 (ο μόνος ανίκητος σκακιστής, δεν είχε παραχωρήσει ούτε ισοπαλία σε καταγραφή, και αντίπαλός του ήταν πάντα ο ΝΝ, δηλαδή ο ανώνυμος) και του Φρανσουά-Αντρέ Φιλιντόρ (μέσα και τέλη του 18ου αιώνα). Και τίποτα άλλο. Και διηγείται πως έπαιξε το καλύτερο σκάκι της ζωής του τότε γιατί το μυαλό του καθάρισε για λίγο από τους λαβυρίνθους της σύγχρονης εξέλιξης του παιχνιδιού.

Είναι λίγο υπερβολικά αυτά φυσικά, ακόμα και όπως τα εξιστόρησαν οι συγκεκριμένοι πρωταγωνιστές και αυτονοήτως αμφίβολης πρακτικής αποτελεσματικότητας στη σκληρή σκακιέρα των κορυφαίων. Ο Λάρσεν όμως ούτε δίσταζε ούτε ντρεπόταν για τέτοια πράγματα, είχε μια ευγενική αυθάδεια και παροιμιώδες πάθος για το σκάκι. Και με έναν άλλο τρόπο το επιβεβαίωσε στον σκακιστικό κόσμο σε ηλικία 73 ετών, σκήνωμα του παλιού του σκακιστικού εαυτού που κέρδιζε ιντερζόναλ και γινόταν ένας εκ των διεκδικητών του παγκόσμιου τίτλου, όταν έπαιξε και έκανε 0/9 σε ένα μέτριας δυναμικότητας κλειστό τουρνουά, στην Αργεντινή. Μερικοί από τους αντιπάλους του, πρότειναν ισοπαλία σε αρχική φάση των παρτίδων γιατί δεν τους ενδιέφερε η νίκη με τον γηραιό θρύλο, προτίμησαν (όπως το έβλεπαν) να υπερασπιστούν την αξιοπρέπεια του σκακιστή Λάρσεν, αλλά ο Λάρσεν δεν δεχόταν και έτσι έχασε όλες τις παρτίδες του. Στις καλές του εποχές, θα τελείωνε το τουρνουά με 7,5 ή 8 βαθμούς στα 9.