Πάνω φωτογραφία: Ο Λέον Τολστόι, αριστερά, παίζει σκάκι με τον γιο του εκδότη και φίλου του Βλαντιμίρ Τσέρτσκοβ. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε το μικρό όνομα του νεαρού, στη φωτογραφία που τράβηξε ο πατέρας του, στο κτήμα των Τολστόι στη Γιάσναγια Πολάνια το 1907,  όπου ο Ρώσος λογοτέχνης πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή.

Κάτω φωτογραφία: Με τη σειρά πάνω από τη σκακιέρα ο Λέον Τολστόι, η σύζυγός του Σοφία Αντρέγιεβνα Τολστάγια, και δυο γιοι του: ο Σεργκέι και ο Ίλια. Το τελευταίο πρόσωπο δεξιά δεν αναγνωρίζεται.
Υπάρχουν πέντε καταγραμμένες σκακιστικές παρτίδες του Ρώσου λογοτέχνη που μπορείτε, αν ενδιαφέρει, να δείτε εδώ

[…] Ο Γκόρκι, νέος, συνήθιζε να παρακολουθεί μυστικά τους ανθρώπους για να τους κάνει πρόσωπα των έργων του (κι ο Μπαλζάκ επίσης). Παρακολούθησε έτσι τον Τολστόι στο δάσος της Γιάσναγια Πολάνια. Ο Γέρος σταματά σε ένα ξέφωτο, μπροστά σε ένα βράχο λείο με μια σαύρα επάνω που τον κοίταζε. “Η καρδιά σου χτυπάει” λέει ο Τολστόι. “Ο ήλιος είναι ζεστός. Είσαι ευτυχισμένη” και ύστερα από μικρή σιωπή, μελαγχολικά: “Εγώ, όχι…” […]

[…] Μα το γράφει ο Τολστόι σε μια από εκείνες τις επιστολές του προς τον Μαχάτμα Γκάντι. Όταν έγινε οχτώ ετών, η μητέρα του τον αγκάλιασε σκληρά: “Έχεις μια παράξενη μορφή, μπορεί να μη βρεθεί ποτέ γυναίκα να σε ποθήσει με όλη της την ύπαρξη. Φρόντισε να γίνεις ένας σπουδαίος άνθρωπος, να μορφωθείς πολύ, να διηγείσαι ιστορίες που να γοητεύουν τους ανθρώπους […]

[…] Μόλις προ ολίγου είχαμε κόψει ένα μικρό δέντρο. Η περίεργη αυτή συνήθεια ακολουθούσε τα προγεύματα στους Γκόρκι. Εκείνος, φορώντας το μικρό ταταρικό του σκούφο, ξέκοβε στο απέραντο φόντο της Μαύρης Θάλασσας. Κι εξακολουθούσε να αναθυμάται τον Τολστόι, “το πνεύμα της ρούσικης γης”, όταν έφευγε και πήγαινε και μιλούσε με τα ζώα μέσα στο δάσος του, σαν ογδοντάρης Ορφέας […].

Ο Αντρέ Μαλρώ για τον Λέοντα Τολστόι στον πρώτο τόμο από τα Αντιαπομνημονεύματά του (μετάφραση: Αιμίλιος Χουρμούζιος, Πάπυρος, 1971).


*** Και λίγες δικές μου παλιότερες σκέψεις, με το ερέθισμα που είχα πάρει από την ανάγνωση του σύντομου αριστουργήματος “Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς”:

Ο Γεράσιμος, ο μουζίκος. Καλλιτεχνική αποτύπωση της Λίλι Μπιουκάναν με σημείο την 58 μόλις σελίδων νουβέλα του Τολστόι “Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς”. Ενώ το όνομα του λογοτέχνη παραπέμπει αντακλαστικά στους θηριώδεις τίτλους όπως “Πόλεμος και Ειρήνη” και “Άννα Καρένινα”, η σύντομη και παραμελημένη στην εποχή της νουβέλα “Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς” ενέπνευσε στοχαστές όπως τον Χάιντιγκερ και τον Λεβινάς να ομολογήσουν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο έκφρασης, πως ο πυρήνας της σκέψης τους βρισκόταν ήδη γραμμένος από το 1886, σε αυτή την ταπεινή έκδοση του Τολστόι. “Τα έγραψε όλα πριν από μας”.

Πρόκειται για “μελέτη θανάτου” με λογοτεχνικό περίβλημα όπου διατυπώνονται με τελειότητα όλα σχεδόν τα αρχέγονης καταγωγής ερωτήματα που αφορούν τη σχέση του ανθρώπου με το θάνατο και η εσωτερική κρίση όταν το γεγονός δεν αφορά τον αυτοκράτορα της Ιαπωνίας, τον αγαπητό καθ’ όλα γείτονα ή μια είδηση στην εφημερίδα. Ο Τολστόι, όταν εξέδωσε τη νουβέλα, είχε περάσει ήδη στην προσωπική του “χριστιανική περίοδο”, αλλά σαν φιλοσοφική πρόκληση, τόσο χριστιανική βέβαια που κάποιοι που αρέσκονται σε σούπερ βολικές απλοϊκότητες τον κατατάσσουν αβασάνιστα σαν αναρχοχριστιανό ενώ η εκκλησία τον αφόρισε – δεν γνωρίζω αν έχει ανακληθεί ο αφορισμός μέχρι και σήμερα.