Ο Αργεντινός Γκιγιέμο Μαρτίνεθ (1962) στο πρώτο του μυθιστόρημα Σχετικά με τον Ροδερέρ το οποίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα μετά την επιτυχία της Ακολουθίας της Οξφόρδης, μαθηματικός ο ίδιος βάζει τους ήρωες του να παίζουν σκάκι. Αντίστοιχα με τον Έρωτα στα χρόνια της Xολέρας ο αφηγητής, νεαρός μαθητής μίας επαρχιακής αργεντίνικης πόλης συναντά τον ήρωα Ροδερέρ, νέο μαθητή στην πόλη και γνωρίζονται μέσα από το σκάκι: Πρωτοείδα τον Γκουστάβο Ροδερέρ στο μπαρ της Λέσχης Όλυμπος, όπου τα βράδια μαζεύονταν οι σκακιστές του Πουέντε Βιέχο .

Οι δύο νέοι ξεκινούν να παίζουν και με έκπληξη ο αφηγητής διαπιστώνει ότι ο νεοφερμένος είναι ισχυρός σκακιστής αλλά με ένα περίεργο τρόπο παιχνιδιού, αντίστοιχο με την περίεργη ζωή του.

«Από την παρτίδα δεν θυμάμαι πια όλες τις λεπτομέρειες, θυμάμαι όμως την αμηχανία μου και την αίσθηση ανημπόριας όταν αντιλήφθηκα πως ο Ροδερέρ εξουδετέρωνε τη μία μετά την άλλη όλες μου τις επιθέσεις, ακόμα και εκείνες που θεωρούσα πιο οξυδερκείς. Έπαιζε παράξενα· μόλις που κατέγραφε τις κινήσεις μου, λες και μπορούσε να παριστάνει πως δεν τον ένοιαζε τι ελιγμούς έκανα· οι κινήσεις του έμοιαζαν ασύνδετες, αλλοπρόσαλλες: καταλάμβανε κάποιο μακρινό τετράγωνο ή κινούσε ένα ασήμαντο κομμάτι, κι εγώ μπορούσα να προχωρήσω μέχρι ενός ορισμένου σημείου στα σχέδια μου, γρήγορα όμως αντιλαμβανόμουν πως η θέση που είχε πάρει στο μεταξύ ο Ροδερέρ με κάποια από εκείνες τις κινήσεις που ήταν τώρα ελαφρά διαφορετική, μια αλλαγή σχεδόν ανεπαίσθητη, αλλά αρκετή ώστε να χάσουν οι υπολογισμοί μου στο νόημα τους.

Έτσι δεν ήταν κατά βάθος αργότερα η σχέση μου μαζί του στο σύνολο της; Μια μονομαχία όπου εγώ ήμουν ο μοναδικός μονομάχος κι όπου το μόνο που πετύχαινα ήταν να δίνω χτυπήματα στον αέρα. Αυτό ήταν ίσως το πιο παράξενο: ο Ροδερέρ δεν έμοιαζε πρόθυμος να εξαπολύσει καμιά αντεπίθεση, καμιά ορατή απειλή δε βάραινε πάνω στα πιόνια μου κι ωστόσο δεν έπαυα να νιώθω μπροστά σε καθεμιά από τις ασυνάρτητες εκείνες κινήσεις μια αίσθηση κινδύνου, το προαίσθημα πως διαμόρφωναν μια κατάσταση το νόημα της οποίας μου διέφευγε, κάτι πανούργο και αδυσώπητο. (14-15)».

Γκιγιέμο Μαρτίνεθ, Σχετικά με τον Ροδερέρ, μετάφραση Τιτίνα Σπερελάκη, εκδόσεις Πατάκη, 2008.
Περιλαμβάνεται ακόμη στην ανθολογία του Γιάννη Αντωνιάδη “Σκάκι και Λογοτεχνία”.