Σεπτέμβριος 1970, 19η Σκακιστική Ολυμπιάδα και η συνάντηση Σοβιετικής Ένωσης – ΗΠΑ όπου στην πρώτη σκακιέρα παίζεται η παρτίδα μεταξύ του παγκόσμιου πρωταθλητή Μπόρις Σπάσκι και του Αμερικανού πρωταθλητή Μπόμπι Φίσερ, του πιο διάσημου σκακιστή της εποχής. Το Ζίγκεν, μια μικρή πόλη στην τότε Δυτική Γερμανία, φοιτητούπολη, πέρασε από κείνη τη διοργάνωση και έπειτα στις σημαντικές σελίδες της σκακιστικής ιστορίας. Στον κόσμο του παιχνιδιού δεν θα το ήξερε κανείς, διαφορετικά.

Φωτογραφίες του Φίσερ σε περιοδικά της εποχής δεν έχουν διασωθεί από όλες τις παρτίδες καθώς ο γκρανμέτρ από τη Νέα Υόρκη ήταν πολύ εχθρικός στις λήψεις, αλλά η συγκεκριμένη -και η πιο γνωστή λόγω της αναμέτρησης με τον Σπάσκι- εικονίζει εκτός από τους δυο βασικούς πρωταγωνιστές έναν διαιτητή με βλέμμα απλανές και ακατανόητη ψυχική διάθεση αλλά και κάμποσους θεατές, πιο εκφραστικούς από τον διαιτητή, που αγωνιούν για την εξέλιξη. Η γυναίκα-αίνιγμα των περιγραφών του Κολτανόβσκι θα μπορούσε ίσως να είναι εκείνη στη δεύτερη σειρά. Ο Κολτανόβσκι άλλωστε στην ανάμνησή του γράφει για μια γκριζομάλλα ή ξανθιά γυναίκα με γυαλιά.

Από την αρχή της σκακιστικής ολυμπιάδας του Ζίγκεν το 1970, την παρατηρούσα, να στέκεται συνέχεια, όσο μπορούσε πιο κοντά στο τραπέζι που έπαιζε ο Μπόμπι Φίσερ.
Ήμουν ένας από τους αρχηγούς της εθνικής των ΗΠΑ και έτσι κοιτούσα το κοινό συνέχεια, προσέχοντας να μην τραβήξει κανείς φωτογραφίες στα κρυφά, που θα ενοχλούσαν τον ιδιότροπο Φίσερ.
Η γυναίκα ήταν γκριζομάλλα, όμορφη και πολύ κομψή. Ποτέ δεν την είδα να φοράει ίδια ρούχα. Δεν μιλούσε σε κανέναν, παρά μόνο αν κάποιος ιπποτικός θεατής της έκανε χώρο για να περάσει πιο μπροστά και να δει καλύτερα την παρτίδα. Τότε μόνο, εκείνη ψιθύριζε «Nein, danke schön».

Σε κάθε γύρο ήταν εκεί. Αδιαφορούσε για το κοινό που την έσπρωχνε, που ξεροστιάλαζε μπροστά στον Φίσερ. Αναρωτήθηκα ποια είναι και για ποιον λόγο ήταν όρθια εκεί με τις ώρες. Οι παρτίδες του Μπόμπι σπάνια τέλειωναν πριν το πεντάωρο, εκείνη δεν εγκατέλειπε τη θέση της. Κάποιες παρτίδες του Φίσερ έφταναν σε διακοπή και συνεχίζονταν το επόμενο πρωί, η μυστηριώδης γυναίκα ερχόταν και στις διακοπές. Δεν μετακινιόταν από τη θέση της, απλώς καμιά φορά σήκωνε ψηλά τα γυαλιά της, πάνω από τη μύτη. Όταν ο Μπόμπι δεν αγωνιζόταν με την ομάδα μας, δεν ερχόταν.

Το πρωί της Παρασκευής 24 Σεπτεμβρίου ο Μπόμπι έπρεπε να παίξει τη διακοπή του με τον Τσεχοσλοβάκο Χορτ. Φτάσαμε αρκετά πιο νωρίς, η αμίλητη γυναίκα ήταν στο πόστο της. Η περιέργειά μου ήταν μεγάλη, άφησα τον Μπόμπι και την πλησίασα. Της έδειξα την κάρτα μου, του αρχηγού της εθνικής ομάδας, και της είπα ευγενικά:
«Αναρωτιέμαι ποιος είναι ο λόγος. Παρατηρείτε κάθε κίνηση, κάθε γκριμάτσα, το καθετί που κάνει ο πρωταθλητής μας. Παίζετε σκάκι;»
«Παίζω πολύ λίγο» απάντησε ήρεμα. «Βρίσκομαι εδώ για να βλέπω τον Φίσερ. Για τίποτα άλλο».
«Γιατί;» ρώτησα.
«Δεν θα καταλάβετε». Κοίταξε λίγο γύρω της, δεν είδε κανέναν, και συνέχισε: «Είχα ένα γιο, που ήταν σκακιστική μεγαλοφυΐα. Πέθανε νέος. Ήταν μοναχοπαίδι. Πριν λίγο καιρό έχασα και τον άνδρα μου. Έχω στραφεί στον πνευματισμό, είμαι Hellseherin που λέμε στη Γερμανία. Επικοινωνώ με το παιδί μου, που αγαπούσε το σκάκι όσο τίποτα άλλο. Μου ζητά να βλέπω τον Φίσερ, τώρα που παίζει στη Γερμανία, από κοντά. Αυτός είναι ο λόγος, πιστεύω τώρα να καταλαβαίνετε».

Και ξαφνικά, έφυγε από το διάδρομο σχεδόν τρέχοντας, δεν με χαιρέτησε, δεν μπόρεσα να μάθω ποιό υπήρξε το παιδί της.
Ο Φίσερ δεν αγωνίστηκε ξανά ως το τέλος της διοργάνωσης με την ομάδα οπότε και η γυναίκα δεν ξαναήρθε στους αγώνες, δεν την ξαναείδαμε ποτέ.

Μετά από έρευνα, ανακάλυψα πως η μυστηριώδης γυναίκα που είδα στο Ζίγκεν ήταν η μητέρα του Κλάους Γιούνγκε, από τη Λειψία, που ως έφηβος  εν καιρώ πολέμου υπηρέτησε στο γερμανικό στρατό, σκοτώθηκε σε ηλικία 21 ετών, στις τελευταίες μάχες εναντίον των συμμάχων τρεις εβδομάδες πριν από τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας και που οι συμπατριώτες του, τον θεωρούσαν σκακιστικό ταλέντο επιπέδου μελλοντικού παγκόσμιου πρωταθλητή. Είχε κερδίσει, σε ισοβαθμία με τον Αλιέχιν, το 1942, τουρνουά στην κατεχόμενη Πράγα και βγήκε τρίτος στο Σάλτσμπουργκ, το 1943, πίσω από τον Αλιέχιν και τον Κέρες.
Η τελευταία του εμφάνιση στο σκάκι ήταν σε ηλικία 18 ετών.
(από άρθρο του Τζορτζ Κολτανόβσκι στο Chess Life & Review, 1/1971, και μερική αναδημοσίευση είχε γίνει εδώ).