Ο έφηβος Βισθανάθαν Ανάντ παίζει σκάκι με τη μητέρα του στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Ήταν η εποχή που σκακιστικοί συντάκτες έγραφαν για ένα τρομαχτικό ταλέντο από το Μαντράς της Ινδίας που παίζει όλες τις παρτίδες του καταναλώνοντας ελάχιστο χρόνο σκέψης. 15 ή 20 λεπτά όταν ο αντίπαλος εξαντλούσε το δίωρο. Και κέρδιζε. Το 1988 έγινε γκρανμέτρ και έφτασε αργότερα στην ανώτατη διάκριση: πρωταθλητής κόσμου μετά την επανενοποίηση του θεσμού. Από το 2007 έως το 2013.

Κάτι που ίσως έχει λησμονηθεί στην πορεία είναι πως η μητέρα του, ερασιτέχνις σκακίστρια, ήταν η πρώτη του προπονήτρια. Ο Ανάντ περιγράφοντας την αρχή του στο σκάκι, είχε γράψει:
“Ξεκίνησα όταν ήμουν έξι χρονών. Η μητέρα μου με δίδαξε πώς να παίζω. Μάλιστα η μητέρα μου έκανε πολλά για να αναπτύξω τις ικανότητές μου στο σκάκι. Λίγο καιρό αφότου ξεκίνησα μετακομίσαμε στις Φιλιππίνες. Έγινα μέλος στη λέσχη σκακιού στην Ινδία και μετά πήγαμε στις Φιλιππίνες για έναν χρόνο. Και εκεί υπήρχε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα που μεταδιδόταν μετά το μεσημέρι, από τη μία έως τις δύο ή κάτι τέτοιο, την ώρα που εγώ ήμουν στο σχολείο. Η μητέρα μου κατέγραφε τα παιχνίδια και τα προβλήματα και το απόγευμα τα λύναμε μαζί.”

Στα 48 του χρόνια σήμερα και παρά μερικές εκτιμήσεις οι οποίες διατυπώνουν τον αφορισμό πως το σκάκι επιτυχιών είναι πλέον μόνο για μαθητούδια, μεταέφηβους και νεαρούς φοιτητικής ηλικίας, τόσο απολίτιστες καθώς τον ονομάζουν ανοιχτά σαν αντιπαράδειγμα έχοντας έναυσμα μια μικρή αγωνιστική κάμψη που είχε σημειώσει, είναι πάντα ενεργός, αγαπητός και πανίσχυρος.


Σπάνια αχρονολόγητη φωτογραφία του Αλεξάντερ Αλιέχιν, ο οποίος (αριστερά) αναλύει σε ένα παγκάκι κρατώντας μια μικρή σκακιέρα τσέπης. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Αλεξάντερ Κότοβ “Shakhmatnoye Nasledie A.A. Alekhina, ΙΙ” (στην έκδοση του 1958, σελ. 147). Ο συγγραφέας δεν παραθέτει άλλα στοιχεία στη λεζάντα, αλλά από τον περιβάλλοντα χώρο ξέρουμε πως:

Η πρώτη γενιά με τα διώροφα λεωφορεία Salamander άρχισε να κυκλοφορεί στο Βερολίνο στα τέλη της δεκαετίας του 1920, στα χρόνια της διστακτικής δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Το Βερολίνο είναι η πόλη σίγουρα. Είναι πιθανό η φωτογραφία να έχει τραβηχτεί σε ένα από τα δυο ματς παγκοσμίου πρωταθλήματος με τον Μπογκολιούμποβ (1929 & 1934). Σε όλα τα πολύ κεντρικά σημεία των μητροπόλεων της Γερμανίας από το 1934 ήδη η σβάστικα ήταν ορατή παντού, αλλά εδώ δεν υπάρχει ίχνος του συμβόλου του εθνικοσοσιαλιστικού ζόφου στα κτίρια και στις γωνίες. Πιο λογικό να είναι φωτό του 1929 λοιπόν. Η γυναίκα δίπλα στον Αλιέχιν, παρά που κάθεται τόσο κοντά του, δεν είναι σύζυγός του με βάση τις οπτικές εικόνες που διασώθηκαν για τις συζύγους του πρωταθλητή, αλλά πιθανότατα μια τυχαία γυναίκα και έτσι, από παιχνίδισμα της σύμπτωσης, γίνεται μέρος στο κάδρο της σκακιστικής ιστορίας.

Μαζί με τον Φίσερ, ο Αλιέχιν παρά την έντονη προσωπική ζωή που του μαρτυρείται, ήταν ο περισσότερο άνθρωπος-σκάκι ανάμεσα στους παγκόσμιους πρωταθλητές. Επίσης είχαν και οι δυο μεγάλοι σκακιστές ανάλογη αυτοκαταστροφική προσωπική πορεία – ενώ πέθαναν μόνοι και διωγμένοι.

* Οι φωτό της ανάρτησης μεγεθύνονται με κλικ. Θα ακολουθήσουν και άλλες αναρτήσεις στη σειρά με στιγμές παγκόσμιων πρωταθλητών εικονίζοντας όμως επιλεκτικά στιγμές τους ευρύτερα άγνωστες, ελάχιστα και τρεμουλιαστά φωτισμένες.

* Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων – να τους σκεπάσει μια εικόνα.
Γιώργος Χειμωνάς – Οι χτίστες (1961)