Όσοι έχετε οργανωτική σύνδεση με σκακιστικό σύλλογο, με βεβαιότητα έχετε συναντήσει έναν τύπο ανθρώπων που εγώ ονομάζω, μην κρυβόμαστε πίσω από πολιτικές ορθότητες και ευγένειες: ψώνια ολκής. Στα ευγενικά σας θα τους πείτε αμετροεπείς, αλλά δεν καλύπτει η λέξη.  Δεν τον έχετε ξαναδεί ποτέ. Είναι πάντα ενήλικας. Σας συστήνεται και στη συνέχεια αρχίζει να σας απαριθμεί τα σκακιστικά βιβλία που έχει μελετήσει. Τα οποία φυσικά είναι πάντα βιβλία ανοιγμάτων και μάλιστα η επιλογή τους από εκείνα τα κακά βιβλία που πατάνε 100% στην απομνημόνευση βαριαντών. Επίσης σας μιλά για τα σκακιστικά προγράμματα που διαθέτει και δουλεύει στον υπολογιστή, διψήφιος αριθμός πάντα. Θεωρεί πως είναι έτοιμος σκακιστής αξιώσεων και λαμβάνει την απόφαση να παίξει στο επόμενο όπεν που διοργανώνει ο σύλλογος, με τεράστιες φυσικά αγωνιστικές φιλοδοξίες, που δεν κρύβει. Το τουρνουά αρχίζει, ο υποσχόμενος σκακιστής δεν σταυρώνει νίκη ούτε με τους άλλους αρχαρίους, οπότε δεν εμφανίζεται στο επόμενο – όσο τον είδατε πάλι εσείς, τον είδα κι εγώ. Αν βέβαια δεν έχει προλάβει να αποχωρήσει στο πρώτο τουρνουά, στον 5ο από τους 7 γύρους. Το σκάκι τον έχασε για πάντα. Περαστικοί πολλοί στο σκάκι για ποικίλους προσωπικούς λόγους, αλλά ο πιο εξασφαλισμένος περαστικός είναι εκείνος, το ξέρατε άλλωστε με το που μιλήσατε την πρώτη φορά.

Οι φιλοδοξίες όμως αν έχει κανείς πολλά κλικ παραπάνω οίηση για τον εαυτό του μπορούν να φτάσουν ως και τον παγκόσμιο πρωταθλητή. Ο 24χρονος Μαξ Ντόιτς από το Σαν Φρανσίσκο ήξερε μόνο τις κινήσεις και είχε παίξει μερικές ανεπίσημες παρτίδες σπίτι του με φίλους, αλλά θεωρεί τον εαυτό του τόσο σπουδαίο και υπερχαρισματικό που με έναν μήνα εκμάθησης του παιχνιδιού σκέφτηκε να αντιμετωπίσει στα ίσα τον Κάρλσεν. Τα χρήματα που έχει ή και του παρέχονται από τρίτους δεν λείπουν οπότε και ο παγκόσμιος πρωταθλητής Μάγκνους Κάρσλεν δεν είχε κανένα λόγο να χαλάσει τέτοιο χατίρι και να πετάξει την ευκαιρία.  Ο Ντόιτς είχε καταστρώσει “ετήσιο πρόγραμμα” όπου για κάθε μήνα του χρόνου έθετε έναν σκοπό που θα τον ολοκλήρωνε με επιτυχία κορυφαίου στον κόσμο. Να κατασκευάσει αυτοκίνητο χωρίς οδηγό, να επιλύσει τον κύβο του Ρούμπικ σε λιγότερα από 20 δευτερόλεπτα, να λύνει το σταυρόλεξο των ΝΥ Times με το πρώτο πέρασμα.

Για να είμαστε δίκαιοι, ο σκοπός αρχικά ήταν να κερδίσει το σκακιστικό παιχνίδι προσομοίωσης  (για κινητές συσκευές και όχι επιπέδου stockfish κ.ά) “Play Magnus” αλλά η Wall Street Journal του πρότεινε να κερδίσει τον αληθινό Μάγκνους, κι ο Ντόιτς τη θεώρησε αναμφίβολα άψογη κι εφικτή πρόκληση. Κι αν ακόμη έχανε από τον Κάρλσεν, θα έμενε η κατά αφορισμό Άντι Γουόρχολ δημοσιότητα, για πάσα χρήση στο μέλλον.

Αν είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του για εκείνον τον αρχαίο Αθηναίο από τον δήμο Αλωπεκής, θα καταλάβαινε πως ο ένας μήνας προετοιμασίας που “θα μάθαινε τα πάντα” θα του ψιθύριζε, ο ίδιος ο μήνας θυμωμένα στο αυτί, πως στην αισχρή και σκληρή πραγματικότητα δεν ξέρει τίποτα.

Η καλή επαφή με την πραγματικότητα (σε σχέση με το πόσο πραγματικά αξιόλογες -ή συνηθέστερα εντελώς κοινές- είναι οι όποιες εν δυνάμει ικανότητές μας) είναι ένα από τα μεγάλα χαρίσματα που με γοητεύουν στους ανθρώπους, κι αυτό γιατί δεν είναι κοινός τόπος ως γνώρισμα για τους περισσότερους. Αλλά και στον κόσμο του σκακιού πιο ειδικά, με το φανάρι του Διογένη ψάχνω δεκαετίες τον σκακιστή που παίζει και ξέρει όσο δείχνει το έλο του ή μπορεί να είναι και overrated. Ο κανόνας είναι πως όλοι βρισκόμαστε περίπου 300 μονάδες κάτω από το πραγματικό μας δυναμικό και απλά δεν έχουν ευνοήσει οι περιστάσεις. Δεν τον έχω ξετρυπώσει ακόμα.

Για το περίεργο παιχνίδι Ντόιτς – Κάρλσεν μπορείτε να δείτε εδώ (και την παρτίδα που παίχτηκε – δεν ξέρουμε αν παίχτηκαν περισσότερες).