Η φωτογραφία έχει ιδιαίτερη θέση στη σκακιστική ιστορία γιατί είναι η τελευταία παρτίδα που έπαιξε πριν το θάνατό του (τρεις εβδομάδες μετά) ο Μιχαήλ Ταλ. Στο τουρνουά μπλιτς της Μόσχας, 1992, με αντίπαλο τον Κασπάροβ, ο οποίος κέρδισε το τουρνουά αλλά έχασε μόνο μια παρτίδα, από τον Ταλ. Στιγμιότυπα έχουν διασωθεί σε βίντεο, όπου ο μεγάλος σκακιστής από τη Ρίγα δυστυχώς φαίνεται σε δραματική όψη ενώ ήταν μόλις 55 ετών, αλλά ήταν πάντα ο μαγικός Μίσα Ταλ, “ο Μίσα μου” όπως τον αποκαλεί με αγάπη στα βιβλία του ο ιστορικός Γκένα Σοσόνκο.
Ο Κασπάροβ μίλησε στο ραδιοφωνικό σταθμό «Έκο Μόσκβι» στις 30 Νοεμβρίου 2007 και το θέμα της εκπομπής ήταν αφιερωματικό, μίλησε μόνο για τον Ταλ:

Ο Ταλ δεν ήταν παιδί-θαύμα όπως για παράδειγμα ο Καπαμπλάνκα, που ο θρύλος λέει πως έμαθε το παιχνίδι όταν ήταν ακόμη νήπιο, παρατηρώντας τον πατέρα του να παίζει με τους φίλους του. Ο σκακιστής από τη Ρίγα της Λετονίας έμαθε πως να κινεί τα ξύλινα σκακιστικά κομμάτια μετά τον πόλεμο, το 1946, σε ηλικία 10 ετών, αρκετά μεγαλύτερος από τους περισσότερους μελλοντικούς του αντιπάλους. Αλλά όταν ασχολήθηκε με το σκάκι, δεν χώραγε σε κανέναν αμφιβολία πως επρόκειτο για παιδί που θα άφηνε εποχή.

Μόλις τρία χρόνια μετά ο Ταλ συμπεριλήφθηκε στην αντιπροσωπευτική ομάδα νέων της Βαλτικής χώρας. Στα 17 του έγινε πρωταθλητής Λετονίας και στα 21 πρωταθλητής Σοβιετικής Ένωσης.
Ο Ταλ έγινε πολύ γνωστός και δημοφιλής επειδή το στυλ παιχνιδιού του διέφερε κατά πολύ.

Το 1960, λίγο πριν γιορτάσει τα 24α γενέθλιά του, ο Ταλ εθεωρείτο από πολλούς ο καλύτερος παίχτης του κόσμου. Προκρίθηκε από ένα κοπιαστικό σερί αγώνων και διεκδίκησε το παγκόσμιο από τον Μποτβίνικ. Τον κέρδισε εύκολα και έγινε ο νεότερος παγκόσμιος πρωταθλητής της ιστορίας. Δεν κράτησε τον τίτλο για πολύ, ηττήθηκε στο ματς ρεβάνς του 1961. Έως και το θάνατό του, ο Ταλ βρισκόταν πάντα στους δέκα κορυφαίους, αλλά ποτέ ξανά πρώτος.

Εβγκένι Κισέλεβ: Και τώρα επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον σημερινό καλεσμένο. Δίπλα μου, στο στούντιο, ο 13ος παγκόσμιος πρωταθλητής, ο Γκάρι Κασπάροβ. Γνωρίζατε τον Ταλ προσωπικά;
Γκάρι Κασπάροβ: Καλημέρα. Ναι, φυσικά. Είχα παίξει εναντίον του.

Ε.Κ.: Το σκορ;
Γ.Κ.: Πολλές ισοπαλίες, κέρδισα μια παρτίδα, σε αγώνες κλασσικού χρόνου. Στα μπλιτς νομίζω ήμασταν ισόπαλοι. Όμως θυμάμαι περισσότερο μια παρτίδα εναντίον του Ταλ, σε σιμουλτανέ, τον Μάρτιο του 1974. Ήμουν 11 ετών και απέναντί μου βρισκόταν ο Μίσα Ταλ. Από τη στιγμή της χειραψίας κιόλας τα ‘χασα. Έχασα γρήγορα. Το 1978, στο πρωτάθλημα Σοβ. Ένωσης παίξαμε την πρώτη μας επίσημη παρτίδα. Βρεθήκαμε και αντίπαλοι σε ένα ματς μπλιτς, το σκορ ήταν 7:7. Ξαναείδα τις παρτίδες πρόσφατα. Συναντηθήκαμε πολλές φορές από τότε. Διατηρούσαμε καλή σχέση. Δούλεψα λίγο μαζί του. Γύρω στο 1980, βρέθηκε στο Μπακού και παίξαμε μερικές παρτίδες προπόνησης. Δεν χάσαμε την επαφή, ως και τις τελευταίες του μέρες. Γινόταν ένα τουρνουά μπλιτς στη Μόσχα, ένα μήνα πριν πεθάνει. Η όψη του ήταν δραματική, αλλά ο λαμπρός σκακιστής Ταλ, ήταν ακόμη Ταλ. Έχασα μόνο μια παρτίδα σ’ εκείνους τους αγώνες, από αυτόν. Είναι ο μόνος παίχτης που γνώρισα ο οποίος δεν μέτραγε τις βαριάντες, τις έβλεπε.

Ε.Κ.: Τι εννοείτε;
Γ.Κ. : Στο σκάκι μετράμε βαριάντες, κινήσεις. Θα παίξει αυτό, θα απαντήσω έτσι. Ο Ταλ είχε καθαρή την εικόνα στην 8η κίνηση, αυτόματα. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος πρέπει να στρωθεί να υπολογίζει, σε μερικούς μεφαλοφυείς αυτή η διαδικασία είναι αυτόματη και φυσική. Συμβαίνει με μεγάλους μουσικούς και επιστήμονες. Ο Ταλ ήταν μοναδικός και το παιχνίδι του ανεπανάληπτο. Έκανε ασυνήθιστη ζωή. Δεν σκεφτόταν τίποτα, όπως και στο σκάκι, δεν υπολόγιζε τίποτα.

Ε.Κ.: Αν τον συγκρίνουμε με άλλες προσωπικότητες της σκακιστικής ιστορίας; Υπήρχε ο Μποτβίνικ για παράδειγμα. Δεν ηττήθηκε μόνο από τον Ταλ, αλλά και από τον Σμίσλοβ και τελικά άφησε τον τίτλο του στον Πετροσιάν. Όμως, τα τέλη του ’40 και ολόκληρο το ’50 είναι η εποχή Μποτβίνικ. Τι άλλαξε στο σκάκι με τον Ταλ; Ήταν παιδί της εποχής Χρουστσόφ;
Γ.Κ.: Οι παγκόσμιοι πρωταθλητές εντάσσονται στο πνεύμα της εποχής τους. Η κυριαρχία του Μποτβίνικ, στην πραγματικότητα, ήταν τη δεκαετία του ’30. Τότε ήταν ο κορυφαίος σοβιετικός. Όλα αυτά τα συγχαρητήρια από τη σοβιετική κυβέρνηση, το γράμμα του Μποτβίνικ προς τον Στάλιν, τα ειδικά προνόμια, όλα αυτά, ήταν το 1936-37. Ο Μποτβίνικ, όταν βρέθηκε απέναντι στον Ταλ, ήταν 25 χρόνια μεγαλύτερος. Η συνεισφορά του Μποτβίνικ είναι πολύ σπουδαία, αν την εντάξουμε στο ιστορικό της πλαίσιο. Λογικό, ψυχρό, επιστημονικό στυλ. Επιχείρησε να χωρίσει το σκάκι σε τετράγωνα και να τα αναλύσει ένα προς ένα. Ήταν κάτι επαναστατικό για το σκάκι παρότι έδειχνε δογματικό και αυτή η προσέγγιση είχε καρπούς. Ο Σμίσλοβ ήταν διαφορετικός, αλλά έπαιζε κι εκείνος με αυτό το κλασσικό στυλ. Ο Ταλ τα άλλαξε όλα. Δεν έπαιζε σκάκι εμπιστοσύνης, όμως κέρδιζε…

Ε.Κ.: Ο Σπάσκι ήταν πιο ισχυρός;
Γ.Κ.: Ήταν πιο ευπροσάρμοστος. Αναμφίβολα. Παρεμπιπτόντως, ο Ταλ ποτέ δεν έπαιζε καλά εναντίον του Σπάσκι, ούτε εναντίον του Κορτσνόι. Κατά το 1965, ήταν φανερό, πως για πολλούς λόγους ο Ταλ δεν θα μπορούσε να επανέλθει στην απόλυτη κορυφή. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα αποτελέσματα.

Ε.Κ.: Διασταυρώθηκαν οι δρόμοι του Ταλ με του Κάρποβ;
Γ.Κ : Ο Ταλ εργάστηκε σκακιστικά με τον Κάρποβ πριν από το ματς που δεν έγινε ποτέ (με τον Φίσερ), καθώς κι όταν ο Κάρποβ αντιμετώπισε τον Κορτσνόι.

Ε.Κ.: Τα στυλ του Κάρποβ και του Ταλ είναι τόσο διαφορετικά, όμως…
Γ.Κ.: Για αυτό ακριβώς η συνεργασία ήταν αποδοτική. Ωστόσο, τη δεκαετία του ’70 ο Ταλ έπαιζε πιο προσγειωμένα. Στα τέλη της δεκαετίας μάλιστα μπορούμε να πούμε πως ήταν περισσότερο “τεχνικός” παίκτης. Φυσικά μπορούσε να εξαπολύσει από το πουθενά συνδυαστική καταιγίδα, αλλά δεν αποτελούσε πλέον κάτι σημαντικό για εκείνον. Είχε καταλάβει πως ήταν απαραίτητο να κάνει μερικά “βαρετά” πράγματα στη σκακιέρα και έμαθε να τα κάνει πολύ καλά.

Ε.Κ. : Με τον Φίσερ, έπαιξε;
Γ.Κ. : Φυσικά. Και τον νικούσε, ειδικά όταν ο Φίσερ ήταν μικρός. Στο τουρνουά υποψηφίων του 1959, τον κέρδισε με σκορ 4:0. Η πρώτη νίκη του Φίσερ εναντίον του Ταλ σημειώθηκε το 1961, στο Μπλεντ. Ο Ταλ ήταν εξαιρετικά δύσκολος αντίπαλος για τον Αμερικανό, ένας πονοκέφαλος. Ο Φίσερ ήταν λογικός παίχτης, ο Ταλ, όπως είπαμε, έπαιζε “λάθος σκάκι”.

Ε.Κ.: Αντιτάχθηκε ο Ταλ στις σοβιετικές αρχές; Είχε πολιτική άποψη;
Γ.Κ.: Αγαπούσε την ελευθερία και δεν άντεχε την ψεύτικη ρητορεία. Δεν συγκρούστηκε όμως, δεν ήταν πρόσωπο τυπικής πολιτικής συνείδησης.

Ε.Κ.: Και ο Ταλ σας βοήθησε, στα ματς με τον Κάρποβ. Δεν νομίζω να θρησκευόταν, αλλά προσευχήθηκε για σας, για τη νίκη σας.
Γ.Κ. : Ο Ταλ δεν προσευχήθηκε ποτέ και για τίποτα. Απλώς ήθελε μερικές αλλαγές στο σύστημα ευνοιοκρατίας. Και δεν έκρυψε τη συμπάθειά του και τις ελπίδες του.