Το Ψηλό Παράθυρο κυκλοφόρησε το 1942. Ακολούθησαν αναρίθμητες επανεκδόσεις του. Εδώ το εξώφυλλο παλπ ανατύπωσης, μιας από τις πρώτες, του 1945 στις ΗΠΑ.

Ο αμερικανός Ρέιμοντ Τσάντλερ (1888 – 1959), κλασικός της αστυνομικής λογοτεχνίας, δημιουργεί τον αρχετυπικό του ντετέκτιβ Μάρλοου και στο μυθιστόρημά του Το ψηλό παράθυρο που θα δημοσιεύσει το 1942 χρησιμοποιεί το σκάκι ως τελευταία εικόνα του μυθιστορήματος. Ο ντετέκτιβ Μάρλοου έχει χειριστεί την υπόθεση που ανέλαβε με επιτυχία και επιστρέφει σπίτι του ευχαριστημένος:

«Ήταν βράδυ. Γύρισα στο διαμέρισμά μου κι έβαλα τις χιλιοφορεμένες μου πιτζάμες, έστησα τη σκακιέρα, έφτιαξα ένα ποτό κι έπαιξα άλλη μια παρτίδα του Καπαμπλάνκα. Πενήντα εννιά κινήσεις… Όταν την τελείωσα αφουγκράστηκα τους ήχους από τ’ ανοικτό παράθυρο και μύρισα τον βραδινό αέρα. Μετά πήρα το ποτήρι, το ‘πλυνα, το γέμισα με παγωμένο νερό, έκατσα στον νεροχύτη και το ρούφηξα κοιτώντας το πρόσωπο μου στον καθρέφτη.
– Εσύ κι ο Καπαμπλάνκα, είπα».

(Ρέιμοντ Τσάντλερ: “το ψηλό παράθυρο”, Άγρα 1992)

Ο Ανδρέας Αποστολίδης (σημ. μεταφραστής του Τσάντλερ στην ελληνική γλώσσα) στη μελέτη του Η γοητεία του Ρέημοντ Τσάντλερ αναφέρει ότι ο Τσάντλερ οργάνωσε επίμονα το υλικό του σαν μια παρτίδα σκακιού, μια χειρονομία σχεδόν συμβολική μπροστά στη χαοτική ζωή του, τις συμπτώσεις, τα σκαμπανεβάσματα, τις στροφές και τ’ απρόοπτα που παρακολουθούσε ανίκανος να αντιδράσει. Η προσπάθεια του να ξεπεράσει τα χαοτικά γεγονότα μέσα από την οργάνωση των μυθιστορημάτων του, συμβολίζεται στις σκακιστικές ασκήσεις που καταφεύγει ο ήρωας του σαν όαση μπροστά στην πλήρη του αδυναμία να κατανοήσει τι του συμβαίνει και να οργανώσει τη δική του χαοτική ζωή. Ασκήσεις που χαρίζουν στον ντετέκτιβ τις μοναδικές στιγμές ηρεμίας, μέσα από τις κινήσεις που με θαυμασμό χαρακτηρίζει, υπέροχες, ψυχρές, και ασυνείδητες.

(περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Γιάννη Αντωνιάδη “Σκάκι και Λογοτεχνία”, IANOS 2013)