Ο σκηνοθέτης Ζαν Ζιρώ παρεμβάλλει μια σκακιστική σκηνή στην ταινία “ο θυρωρός” (le concierge – του 1973). Επιλέγει για πρωταγωνίστρια στη σκακιέρα μια ωραία κυρία, απόγονο των ηττημένων Ρώσων Λευκών οι οποίοι μετά τον εμφύλιο 1917-23 και την οριστική επικράτηση των μπολσεβίκων βρήκαν καταφύγιο στις μητροπόλεις της Δύσης. Κάποιοι είχαν φτάσει και πιο περιφερειακά, στην Ελλάδα για παράδειγμα, αλλά στα χρόνια που πέρασαν αφομοιώθηκαν ενώ άλλοι μετά από σύντομη παραμονή αναζήτησαν πιο δυτικά την συνέχεια της ζωής τους. Έμειναν ζωντανοί ως τώρα λίγο-πολύ μονάχα οι εμιγκρέδες Λιάπκιν και Γιούγκερμαν, στις σελίδες του Καραγάτση.

Ο Ζιρώ δεν έκανε επιτυχία σε αυτή την κωμωδία η οποία ξεχάστηκε γρήγορα, γιατί ερχόταν από τους εμπορικούς θριάμβους της δεκαετίας του 60 με τον Λουί ντε Φινές και πιο γνωστή την εξαλογία του Χωροφύλακα του Σεν Τροπέ. Ήταν ένα χιούμορ φαρσικό και ντελιριακό με έναν αξεπέραστο ιδιοφυή ηθοποιό οπότε το μετέπειτα πείραμα με άλλους ηθοποιούς και διαφοροποιημένο περιεχόμενο στάθηκε καταδικασμένο.

Μια μόλις χρονιά αργότερα, το 1974, βγήκε μια μεγάλη ταινία με συγγενικό τίτλο, “ο θυρωρός της νύχτας”, της Ιταλίδας Λιλιάνα Καβάνι, συνάντηση του ιδιωτικού με το δημόσιο, του εξουσιαστή με τον εξουσιαζόμενο. Έφερε σε αμηχανία τους κριτικούς διότι τα όρια ούτε υπήρχαν, αλλά και όπου υπήρχαν δεν ήταν οικεία με τις γνωστές φόρμες, αλλά ο Φουκώ την είχε δει σαν σπουδαίο δοκίμιο και έγραφε: “Έχει ενδιαφέρον να δούμε στον Θυρωρό της Νύχτας πως κάτω από τον ναζισμό η εξουσία ενός μόνο ατόμου αναλαμβάνεται και ασκείται από καθημερινούς ανθρώπους. […] Πρέπει να θυμόμαστε τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία ανατίθεται, κατανέμεται στην ίδια την καρδιά του πληθυσμού”. (Κινηματογράφος και λαϊκή μνήμη, 15)