Του Παναγιώτη Κονιδάρη

Αξίζει κανείς να θυσιάσει την απόλαυση ενός ηλιόλουστου χειμωνιάτικου πρωινού στην Μαδρίτη, αν είναι να επισκεφτεί το κτιριακά αδιάφορο αλλά καλλιτεχνικά εξαιρετικό, μουσείο Ρέινα Σοφία.

Δεν είναι μόνο η επιβλητική, συγκλονιστική Γκερνίκα ή το πλήθος των άλλων αριστουργημάτων του κυβισμού, του σουρεαλισμού ή του μοντερνισμού που κάνουν την επίσκεψη στο μουσείο επιβεβλημένη. Είναι και η συνολική αίσθηση της εποχής –του πρώτου μισού του 20ού αιώνα- που αποπνέει. Μιας εποχής ταραχώδους, κινηματικής, συγκρουσιακής. Στο κλίμα αυτό συμβάλλει ασφαλώς η προβολή στους τοίχους ταινιών του Λουίς Μπουνιουέλ, όπως ο Ανδαλουσιανός σκύλος (κατεξοχήν σουρεαλιστικών επιρροών) ή το Los Olvidados («Ξεχασμένοι από την κοινωνία»).

 Έναν φίλο και συνεργάτη του Μπουνιουέλ, τον ντανταϊστή και σουρεαλιστή Γερμανό Μαξ Έρνστ συναντάμε στο βάθος της σάλας 206. Τα ξυλόγλυπτα κομμάτια σκακιού της φωτογραφίας είναι δικά του:

Τα έφτιαξε για την έκθεση «The Imagery of Chess» της Levy Gallery στην Ν.Υόρκη, το 1944. Σκακιέρα δεν υπάρχει, ή υπάρχει και όλα τα τετράγωνα είναι λευκά, διαλέξτε.

Ο Έρνστ αγαπούσε το σκάκι. Έπαιζε συχνά παρτίδες με τον άλλο φίλο του, Μαρσέλ Ντυσάν. Ένα από τα πιο παράξενα έργα του μάλιστα είναι το φαλλοκρατικό «Ο βασιλιάς παίζει με την βασίλισσα». Τέταρτη κατά σειρά γυναίκα του υπήρξε (οι καλλιτέχνες της εποχής άλλαζαν γυναίκες πιο συχνά κι από καμβάδες), η επίσης διάσημη ζωγράφος Ντοροτέα Τάννινγκ. Ήξερε κι αυτή σκάκι και δεν παρέλειπαν να παίζουν στην εν λόγω σκακιέρα:

Η Τάννινγκ ζωγράφισε τον παρακάτω πίνακα, που βρίσκεται δίπλα στην σκακιέρα του Έρνστ στο μουσείο. Ο πίνακας λέγεται «Φινάλε»:

Πιθανώς να είναι μια φεμινιστική απάντηση στο προαναφερθέν έργο του Έρνστ: στο κέντρο της πολύχρωμης σκακιέρας, μετά από σχεδιασμένες μανούβρες, ένα παράταιρο γυναικείο τακούνι τσακίζει μια τιάρα, σύμβολο του αξιωματικού, του συντηρητισμού, του μιλιταρισμού, του ίδιου του ανδρισμού. Καλά να πάθεις Μαξ. Έπρεπε να την αφήνεις να κερδίζει που και που.