Συνεργασία για το skakistiko του Χρήστου Νάτση

Συμβολοποιώντας την αναμέτρηση ως μια τελετουργία που μετριάζει την απόλυτη εχθρότητα μέσα από την οξύνοια και την ευγένεια των χειρονομιών, το σκάκι προσφέρεται για πλείστες όσες μεταφορικές χρήσεις. Δεν είναι καθόλου παράδοξο που έχει χρησιμοποιηθεί στον κινηματογράφο σε περιπτώσεις που χρειάζεται να τονιστεί το υψηλό επίπεδο στο οποίο βρίσκονται οι εχθροί στην προσπάθειά τους να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο. Από τον Σέρλοκ Χολμς εως τον Τζέημς Μποντ, η σκακιέρα γίνεται ο χώρος της ανάπτυξης της εχθρότητας με άλλα μέσα. Περισσότερο κιόλας, θα έλεγε κανείς ότι το σκάκι προειδοποιεί τους θεατές: ενώ εδώ η εχθρότητα είναι περιορισμένη, εκεί έξω τα πράγματα δεν αστειεύονται: το ματ είναι οριστικό και σημαίνει όντως θάνατο.

Στο βαθμό που το φλερτ νοείται και ως -ή μάλλον κυρίως ως- αναμέτρηση, όπου το κάθε μέρος προσπαθεί να καθοδηγήσει το άλλο στα δικά του μονοπάτια, στις δικές του βαριάντες, το σκάκι προσφέρεται και για να εξεικονίσει μεταφορικά το ερωτικό παιχνίδι. Σκοτεινές Βασίλισσες και Κολασμένοι Αξιωματικοί εξυφαίνουν τις παγίδες τους, που, σε αντίθεση με την περίπτωση της εχθρότητας, οδηγούν εδώ πάντα σε αίσιο τέλος, αυτό της ισοπαλίας στην κλινοπάλη.

Τι γίνεται όμως όταν περάσει κανείς από τον “κανονικό” κινηματογράφο στην πορνογραφία; Πώς ενσωματώνεται το σκάκι στην αναπαράσταση της προετοιμασίας μιας σεξουαλικής πράξης που σκοπό έχει κυρίως να ερεθίσει τον θεατή; Εκεί θα μπορούσε κανείς να παραφράσει τον Χέγκελ, και την αναφορά του στο πολίτευμα, λέγοντας ότι κάθε χώρα έχει την πορνογραφία που της αξίζει. Εννοώντας πως ο ειδικός τρόπος αναπαράστασης του σεξ ακολουθεί γενικότερες σταθερές στην πρόσληψη του κοινωνικού βίου εν συνόλω. Εδώ εντάσσεται και το σκάκι.

Θα περιοριστώ σε δύο παραδείγματα, ένα από τη γαλλική πορνογραφική σκηνή και ένα από την αμερικανική, για να δείξω όχι μόνο την διαφορά στον ορίζοντα προσδοκιών του θεατή αναφορικά με το σεξουαλικό παιχνίδι, αλλά και σε σχέση με το ίδιο το σκάκι.


Στην σκηνή του στούντιο Marc Dorcel Βασιλικός εραστής, η Alexis Crystal απεικονίζεται με ένα μιξ περιβολής αμαζόνας και κοσμικής κυρίας (μποτίνια με τακούνι αντί μπότες ιππασίας, ασορτί με κολάν και αυστηρό πουκάμισο) να παραδίδει σε έναν υπηρέτη το άλογο της. Εν συνεχεία μπαίνει στο σαλόνι του τεράστιου κάστρου της όπου και, παρουσία βουβών θεατών, κερδίζει με αυτοπεποίθηση έναν επίσης σιωπηλό άντρα. Εν συνεχεία, η δράση μετατοπίζεται σε ένα από τα μπουντουάρ του κάστρου, όπου ο ηττημένος προσφέρει τις σεξουαλικές υπηρεσίες του στην Alexis και την ερωμένη της, την στιγμή που μια δεύτερη ερωμένη παρατηρεί, καταγράφοντας στην κάμερα, τα τεκταινόμενα.

Ο «γαλλικός τρόπος» περιλαμβάνει σενάριο που αρδεύει από τα στρώματα της ιστορίας. Η σεξουαλική επιθυμία σκηνοθετείται σε μια πολλαπλότητα διακειμενικών αναφορών. Από εδώ περνούν οι λιμπερτίνοι, ο Λακλό των Επικίνδυνων σχέσεων, ο Σαντ κλπ. Η αμαζόνα-σκακίστρια καθοδηγεί το θύμα της στην απόλαυση και ελέγχει την επιθυμία του, όπως ελέγχει το μεγάλο κάστρο της. Το σεξ είναι μια ιεραρχική υπόθεση, στην οποία βαριεστημένοι απόγονοι ευγενών προσθέτουν σκηνοθετικά καρυκεύματα για να την νοστιμίσουν. Παράλληλα η χρήση της κάμερας τονίζει τον διπλά αναπαραστατικό χαρακτήρα της σκηνής: δεν παίζουν απλώς θέατρο για μας, τους θεατές, αλλά και μεταξύ τους, η αναπαράσταση ως παιχνίδι βρίσκεται και μέσα στην αφήγηση.

Το μόνο που θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε εδώ είναι ότι ο άψογος κατά τα άλλα στις λεπτομέρειες Ντορσέλ, έχει στήσει την σκακιέρα λάθος (η Alexis Crystal παίζει Λευκή κι έχει τη Βασίλισσα δεξιά του Βασιλιά, δηλαδή στη στήλη ε και όχι στη δ). Ενδιαφέρον έχει ότι αν η τοποθέτηση ήταν σωστή θα είχαμε, όπως φαίνεται από τις πρώτες κινήσεις που είναι και οι μόνες που δείχνει με σαφήνεια ο σκηνοθέτης, μια επίθεση Τρομπόφσκυ (1.δ4 Ιζ6 2. Αη5), ένα σχετικά σπάνιο άνοιγμα σε υψηλό επίπεδο, το οποίο ωστόσο είχε χρησιμοποιήσει ο Μάγκνους Κάρλσεν στην πρώτη παρτίδα του ματς εναντίον του Σεργκέι Καριάκιν για το Παγκόσμιο του ’16. Η επιλογή του Κάρλσεν ήταν ένα σκακιστικό σχόλιο στην πρόσφατη τότε εκλογή του Τραμπ.


Αντίθετα, η August Ames και η Lana Rhoades στη σκηνή Σκακιστική αναμέτρηση, του στούντιο Girls Way, βρίσκονται σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον: πρώην συμπαίκτριες στο τοπικό κλαμπ σκακιού της πόλης τους, χαμένες απο το κολέγιο και μετά, συναντιούνται στο κρεβάτι ενός τυπικού δωματίου, ντυμένες πρόχειρα για να θυμηθούνε τα παλιά. Το παιχνίδι όμως δεν προλαβαίνει να τελειώσει καθώς οι ερωτικές περιπτύξεις θα αντικαταστήσουν τις μανούβρες των κομματιών στη σκακιέρα.

Καμία ιεραρχία εδώ. Κανένα φλερτ σεναριακά προκαθορισμένο. Ο αυθορμητισμός κυριαρχεί σε σχέση με την προετοιμασία, οι κινήσεις, ερωτικές και σκακιστικές, είναι γρήγορες και αντιστοιχούν σε δυναμικές εικόνες παρά σε στατικά κάδρα. Το σεξ εδώ δεν είναι αναμέτρηση αλλά παιχνίδι, σχεδόν αθώο παρά τον χαρντκόρ χαρακτήρα όσων απεικονίζονται -γεγονός σίγουρα όχι άσχετο με το πώς φαντάζεται ο μέσος άντρας δυο λεσβίες να ερωτοτροπούν.

Η Αμερική σε αντίθεση με τη Γαλλία είναι η χώρα της ιστορικής επιφάνειας. Χωρίς τίτλους ευγενείας αλλά με μόνη την προσωπική αξία, που προσμετράται κυρίως σε χρήμα και όχι σε τίτλους, σε απτές δηλαδή επιτυχίες αποτελέσματος. Το φλερτ δεν εκκινεί από πάγιες ιεραρχικές σχέσεις αλλά από δυναμικές αλληλεπιδράσεις. Παρόμοια, και το σκάκι δεν αποτελεί το «βασιλικό παιχνίδι» που αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα στην καλλιέργεια κάποιου, που θα τον ολοκλήρωνε παράλληλα με τις λογοτεχνικές και μουσικές του γνώσεις, αλλά ένα σπορ. Η Lana και η August θα μπορούσαν με τα κολάν και τα σορτς τους να παίζουν στις υπαίθριες σκακιέρες του Σέντραλ Παρκ μπλιτσάκια. Η Alexis, στον αντίποδα,δεν θα μπορούσε να βγει από την παρισινή λέσχη της με τα βαριά κομμάτια και τα ρολόγια που μετράνε τον χρόνο αργά.

Σχηματικά βέβαια όλα αυτά, αλλά δηλούν την αναμέτρηση δυο κόσμων. Το ποιος κέρδισε το ξέρουμε, μετά τον Μπόμπι Φίσερ. Ας θυμηθούμε πόσο παραστατικά το περιγράφει ο Βιτόριο Τζακοπίνι στον Βασιλιά σε καταδίωξη:

«Μαλάκες από την Κεντρική Ευρώπη, μισοριξιές midcult, περιφερόμενες βαριεστημάρες. Οι επίσημοι υμνητές του παιχνιδιού των βασιλιάδων είναι μια ξιπασμένη, κλειστή αδελφότητα σπιούνων. Ανοίγουν το στόμα τους και αποφθέγγονται ηδονισμένοι από την ίδια τους την επιτηδευμένη ευγλωττία. Φράσεις και έννοιες περίτεχνες, λογοπαίγνια, τολμηροί και εξεζητημένοι συλλογισμοί· η ιδέα ότι το σκάκι είναι ευγενές και απόκρυφο γνωστικό αντικείμενο. […] Η αξιωματική συγγένεια ανάμεσα στο σκάκι και την επιστήμη, ανάμεσα στο σκάκι, στις καλλιεργημένες τάξεις και στην κουλτούρα. Ο μπαγιάτικος συνδυασμός ανάμεσα σε σκάκι, κάπνισμα πίπας και συγκρατημένες απόπνοιες από ουίσκι και άφτερ σέιβ.

»[…] Ο  Μπόμπι στέλνει στο διάολο όλη αυτή τη ρητορική. […] Οι αρχές που τον κατευθύνουν είναι ο αντικομφορμισμός και η ασέβεια. Ούτε είκοσι χρονών καλά καλά, βρίσκεται ήδη εκεί και επαναπροσδιορίζει κριτήρια και παραμέτρους. Είναι η ζωντανή απόδειξη μιας επανάστασης, η εκκεντρική και αιφνιδιαστική ενσάρκωση ενός άλλου τρόπου ύπαρξης και παιχνιδιού. Πρέπει να είμαστε απολύτως σύγχρονοι: έτσι κι αλλιώς, δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση. […] Γι’ αυτόν το σκάκι είναι ένα άθλημα όπως όλα, ανταγωνισμός. Στο μυαλό του έχει την πυγμαχία ή το μπάσκετ». (Βιτόριο Τζακοπίνι, Βασιλιάς σε καταδίωξη, μτφρ. Παναγιώτης Σκόνδρας, Κέδρος,Αθήνα 2008, σ. 103-4).