(…τζ…)

Το 2007 συνήλθαμε στο Ρέικιαβικ, την μεγαλύτερη πόλη της Ισλανδίας. Υπήρχε τρομερός ενθουσιασμός, καθώς εκείνη τη χρονιά ορισμένα μέλη είχαν σχεδιάσει να συνεχίουν το ταξίδι τους στη Γροιλανδία, για μια παράπλευρη εξερευνητική αποστολή της λέσχης. Δημιούργησαν μια ομάδα έρευνας ελπίζοντας να εντοπίσουν το σταυρό που τοποθέτησε το 1931 στη μνήμη του Βέγκενερρ ο αδελφός του, Κουρτ. Είχε κατασκευαστεί από σιδερένιες δοκούς ύψους περίπου έξι μέτρων, για να σημαδεύει το σημείο στο οποίο αναπαυόταν, γύρω στα εκατόν είκοσι μίλια από το δυτικό άκρο του καταυλισμού Αϊσμίτε, όπου τον είδαν για τελευταία φορά οι σύντροφοί του. Τότε θεωρούνταν ακόμα αγνοούμενος. Θα ήθελα να πάω μαζί τους, καθώς ήξερα ότι ο μεγάλος σταυρός, αν βρισκόταν, θα μπορούσε να εμπνεύσει μια ξεχωριστή φωτογραφία, αλλά δεν διέθετα την κράση για ένα τέτοιο εγχείρημα. Ωστόσο παρέτεινα τη διαμονή μου στην Ισλανδία, καθώς το Νούμερο Δεκαοκτώ, ένας ιδιαίτερα εύρωστος Ισλανδός μαιτρ, με εξέπληξε ζητώντας μου να διαιτητεύσω αντί για εκείνον σε έναν πολυαναμενόμενο τοπικό αγώνα σκακιού. Αν δεχόμουν, θα μπορούσε να λάβει μέρος στην ομάδα έρευνας που θα ταξίδευε στο εσωτερικό της Γροιλανδίας. Σε αντάλλαγμα μου υποσχέθηκε τρία βράδια στο ξενοδοχείο Borg και την άδεια να φωτογραφίσω το τραπέζι που χρησιμοποιήθηκε το 1972 για τη συνάντηση του Μπόμπι Φίσερ με τον Μπόρις Σπάσκι, το οποίο προς το παρόν μοιράζανε στο υπόγειο ενός τοπικού κυβερνητικού κτιρίου. Ήμουν κάπως επιφυλακτική απέναντι στην ιδέα να εποπτεύσω τον αγώνα, καθώς η αγάπη μου για το σκάκι είχε καθαρά αισθητικό χαρακτήρα. Ωστόσο η ευκαιρία να φωτογραφήσω το ιερό δισκοπότηρο του σύγχρονου σκακιού αρκούσε για να με παρηγορήσει που θα έμενα πίσω.

Το επόμενο απόγευμα έφτασα με την Polaroid μου τη στιγμή που το τραπέζι μεταφερόταν χωρίς επισημότητες στο χώρο του τουρνουά. Ήταν πολύ λιτό σε εμφάνιση, αλλά έφερε τις υπογραφές των δυο μεγάλων σκακιστών. Όπως αποδείχθηκε, τα καθήκοντά μου δεν ήταν ιδιαίτερα απαιτητικά, επρόκειτο για ένα παιδικό τουρνουά και η παρουσία μου ήταν απλώς διακοσμητική. Νικήτρια του αγώνα αναδείχθηκε ένα δεκατριάχρονο κορίτσι με χρυσαφένια μαλλιά. Η ομάδα μας στήθηκε για μια αναμνηστική φωτογραφία και έπειτα μου δόθηκαν δεκαπέντε λεπτά για να φωτογραφίσω και εγώ το τραπέζι, δυστυχώς κάτω από φώτα φθορίου που κάθε άλλο παρά βοηθούσαν στη λήψη.

Όταν επέστρεψα δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από έναν άντρα που μου συστήθηκε ως ο σωματοφύλακας του Μπόμπι Φίσερ. Είχε εντολή να οργανώσει μια μεταμεσονύχτια συνάντηση ανάμεσα σε μένα και στον κύριο Φίσερ στην κλειστή τραπεζαρία του ξενοδοχείου Borg. Μπορούσα να συνοδεύομαι από σωματοφύλακά μου και απαγορευόταν να θίξω το θέμα του σκακιού. Συμφωνήσαμε για τη συνάντηση και διέσχισα την πλατεία για να πάω στο C. NASA, όπου επιστράτευσα τον προϊστάμενου του τεχνικού προσωπικού, έναν τύπο εμπιστοσύνης ονόματι Σκιλς, για να εμφανιστεί σαν σωματοφύλακάς μου.

Ο Μπόμπι Φίσερ έφτασε ακριβώς τα μεσάνυχτα φορώντας σκούρο τζάκετ με κουκούλα. Ο Σκιλς φορούσε και εκείνος τζάκετ με κουκούλα. Ο σωματοφύλακας του Μπόμπι ήταν ψηλότερος από όλους μας. Ο Μπόμπι διάλεξε ένα γωνιακό τραπέζι και καθίσαμε αντικριστά. Άρχισε να με δοκιμάζει εκτοξεύοντας μια σειρά από πρόστυχους και φυλετικά μειωτικούς υπαινιγμούς, που εξελίχθηκαν σε ένα παρανοϊκό συνωμοσιολογικό παραλήρημα.
– Κοίτα, χάνεις την ώρα σου, είπα. Μπορώ να γίνω το ίδιο αντιπαθητική με σένα, αλλά για διιαφορετικά θέματα.
Απόμεινε να με κοιτάζει σιωπηλός και τελικά κατέβασε την κουκούλα του.
– Ξέρεις κανένα τραγούδι του Μπάντι Χόλι; με ρώτησε.

Περάσαμε τις επόμενες ώρες τραγουδώντας στην τραπεζαρία. Μερικές φορές χώρια, συχνά μαζί, πολλές φορές καταφέρνοντας να θυμηθούμε μόνο τα μισά λόγια από τα τραγούδια. Κάποια στιγμή επιχείρησε να σιγοντάρει το ρεφρέν του “Big Girls Don’t Cry” σε φαλσέτο και ο σωματοφύλακάς του όρμησε στην αίθουσα ταραγμένος!

– Όλα εντάξει, κύριε;
– Ναι, είπε ο Μπόμπι.
– Μου φάνηκε ότι άκουσα κάτι παράξενο.
-Τραγουδούσα.
– Τραγουδούσατε;
– Ναι, τραγουδούσα.

Αυτή ήταν η συνάντησή μου με τον Μπόμπι Φίσερ, έναν από τους μεγαλύτερους σκακιστές του εικοστού αιώνα. Ενώ καθόμουν απέναντι από την άδεια καρέκλα του φαντάστηκα τα μέλη της Λέσχης Ηπειρωτικής Μετακίνησης να κοιμούνται ακόμα ή να στριφογυρίζουν στα κρεβάτια τους πλημμυρισμένοι από ένα αίσθημα προσμονής. Σε λίγες ώρες θα σηκώνονταν και θα θα ξεκινούσαν για την παγωμένη ενδοχώρα της Γροιλανδίας αναζητώντας τη μνήμη με τη μορφή ενός μεγάλου σταυρού. Καθώς οι βαριές κουρτίνες άνοιξαν και το πρωινό φως πλημμύρισε τη μικρή τραπεζαρία,σκέφτηκα ότι, χωρίς αμφιβολία, μερικές φορές επισκιάζουμε τα όνειρά μας με την πραγματικότητα.

Πάτι Σμιθ – M Train – μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς – Κέδρος 2018