Ο σχολιαστής του σάιτ Σπαραφουτσίλε (μετενσάρκωση του καλοπροαίρετου της α’ περιόδου του skakistiko και του Δόκτορα Καλιγκάρι της β’) αρέσκεται να κατασκευάζει υποθετικές παρτίδες σκακιού, σε πραγματικό πάντως ιστορικό περίγυρο, και να τις ‘ντύνει’ σε αυτοτελή σύντομα διηγήματα.

Τέσσερα από αυτά έχουν δημοσιευτεί εδώ, με το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, Τριαντάφυλλος Σωτηρίου. Μαγιά ήσαν, για τα τρία, ισάριθμες παρτίδες του παρελθόντος: Λάσκερ – Ερασιτέχνης, Λίβερπουλ 1890 (Η δέκατη τρίτη παρτίδα, Ιούνιος 2015), Ερασιτέχνης – Φιλιντόρ, Παρίσι 1787 (Για το χέρι της Ντορίς, Οκτώβριος 2017), Βελάσκεθ – Γκρέκο, Ρώμη 1630 (Αυτός που κέρδισε τον Γκρέκο, Νοέμβριος 2017), και για το τέταρτο, μια… δική του παρτίδα με τον Κάρλσεν το 2001 στο Πάνορμο, όταν ο νυν παγκόσμιος πρωταθλητής ήταν μόλις 11 ετών (Πώς μου ξέφυγε ο πιτσιρίκος, Μάρτιος 2019).

Αλλάζοντας κβαντικό επίπεδο, η τελευταία του κατασκευασμένη παρτίδα διαδραματίζεται στο μέλλον, και επιπλέον δεν είναι πυρήνας διηγήματος, αλλά παρεμπίπτον περιστατικό σε ογκώδες μυθιστόρημα με άσχετο θέμα (την όπερα).

Ευθύς παρατίθενται τα μέρη εκείνα του μυθιστορήματος όπου αναφέρεται η συγκεκριμένη παρτίδα, με τον ενδεικτικό μεσότιτλο ‘Γκαμπί Αλλγκάγιερ εναντίον Σινικού Τείχους’:


Γκαμπί Αλλγκάγιερ εναντίον Σινικού Τείχους

του Τριαντάφυλλου Σωτηρίου

(αποσπάσματα από εκτός εμπορίου μυθιστόρημά του)

Στην αραιή αιθαλομίχλη ξεχωρίζουν σαν οξείες κάποιοι ουρανοξύστες και στο βάθος, σαν ακανόνιστο γκρίζο μπάλωμα, το Γουώσινγκτον Σκουέαρ Παρκ.

Διάβαζα χτες στο νιούζρολ ότι το επισκέφθηκε ο Ντινγκ Λιρέν. Έχει καθιερωθεί πλέον οι αλλογενείς γκρανμαίτρ, και πάντως σίγουρα ο εκάστοτε εν ενεργεία παγκόσμιος πρωταθλητής, όταν βρεθούν στη Νέα Υόρκη, να περνούν από το υπαίθριο στέκι των ερασιτεχνών και να παίζουν μερικές παρτίδες με τους θαμώνες. Συνήθως συνοδεύονται από κάποια ηθοποιό ή τραγουδίστρια της μόδας· συνέργεια το λένε αυτό. Πρώτης τάξεως θέμα για τα μέσα, και πρώτης τάξεως διαφήμιση για το παιχνίδι.

Ο Λιρέν -ο τέταρτος συνεχόμενος μη γεννημένος στην πρώην ΕΣΣΔ παγκόσμιος πρωταθλητής: ινδός, νορβηγός, φιλιππι­νέζος, και τώρα κινέζος-, εκτός από άκρως επικοινωνιακός, είναι και άκρως αναγνωρί­σιμος, τουλάχιστον μεταξύ των συμπατριωτών του: περισσό­τεροι σταματούν στο δρόμο για σέλφι και ηλεαυτόγραφο τον Λιρέν παρά τον Λανγκ Λανγκ ή τη Γιούγια Βανγκ. Ίσως τελικά πράγματι το σκάκι να είναι μια μορφή τέχνης, και ο σκακιστής ένα είδος καλλιτέχνη.

Ο κινέζος υπερασπίζεται αυτές τις μέρες τον τίτλο του σε ματς δώδεκα παρτίδων κόντρα στον γάλλο Μαξίμ Βασιέ-Λαγκράβ.

Μας έχουν ταράξει στις περισπού­δαστες κρίσεις τους οι ειδικοί του καναπέ. Καλά: κόψε τους το ρεύμα, να μην έχουν πρόσβαση στις μηχανές ανάλυσης και στις επιγραμμικές βάσεις δεδομένων, άσε τους μόνο με μια ξύλινη σκακιέρα, και θα δεις τι μυρωδιάδες από σκάκι είναι.

Έχω στοιχηματίσει ότι θα παιχθεί τουλάχιστον μία φορά στο ματς το Γκαμπί Αλλγκάγιερ. Δεν υπήρχε απόδοση για τόσο απίθανο συμβάν, το γραφείο στοιχημάτων όρισε μία ειδικά για μένα, την ανώτατη επιτρεπόμενη: πέντε χιλιάδες προς ένα. Δύο δολλαριάκια ποντάρισα: αν χάσω, πες ότι ψώνισα ένα φτηνοανα­μνηστικό και παράπεσε· αν κερδίσω, έβγαλα τα έξοδα του ταξιδιού, και του Άμστερνταμ επίσης.

5½-όλα είναι το ματς μέχρι στιγμής, απόψε παίζεται η τελευταία παρτίδα.

Σε περίπτωση ισοπαλίας δεν υπάρχει παράταση με παρτίδες μειωμένου χρόνου όπως παλιά: ο πρωταθλητής κρίνεται σε διαδοχικά ματς παραλλακτικού σκακιού· δεν περιλαμβάνονται αυτά στο στοίχημα. Αν ούτε στην αποψινή παρτίδα παιχτεί το Γκαμπί, μολόγα τα, μολόγα τα, τα φράγκα μοιρολόγα τα.

Έχω πάντως θετικό προαίσθημα.

(…)

Και τα κοκόρια μου γεννάνε.

Στη δωδέκατη και τελευταία παρτίδα, ο γάλλος τα έπαιξε όλα για όλα. Σου λέει, τι να πεθάνεις Σάββατο, τι Κυριακή πρωί: με ισοπαλία στο ματς κανονικού σκακιού πάμε στα ματς παραλλακτικού σκακιού, και άντε να τη βγεις στον ασιάτη στο μακρούκ και στο σιάνγκτσι, αλοιφή για τα μπρούντζα θα με κάνει. Άρα, βάζουμε φωτιά στη σκακιέρα, και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.

Και ποιο άνοιγμα είναι ό,τι πρέπει για κάποιον που έχει τα λευκά κομμάτια και παίζει μόνο για νίκη; Κάποιο που έχει δεκαετίες να παιχτεί, ακόμα και να αναλυθεί, επειδή έχει τη φήμη του ύποπτου, ίσως και του κατώτερου.

Έτσι σκέφτηκα όταν επέλεξα το Αλλγκάγιερ για να στοιχηματίσω, έτσι θα σκέφτηκε και ο Βασιέ για να κυνηγήσει τη νίκη. Θα είχε και το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι ο ίδιος θα είχε αναλύσει διεξοδικά το συγκεκριμένο άνοιγμα, ενώ ο αντίπαλός του θα έπρεπε να βρει τις άμυνες πάνω στη σκακιέρα, με τον χρόνο να τον πιέζει.

Για την ιστορία, ιδού η παρτίδα:

Λευκά: Maxime Vachier-Lagrave (FR)

Μαύρα: Ding Liren (CN)

WC m(12), Νέα Υόρκη 15.04.2025

1.e4 e5 2.f4 exf4 3.Nf3 g5 4.h4 g4 5.Ng5 h6 6.Nxf7 Kxf7 7.Qxg4 Nf6 8.Qxf4 Bd6 9.Bc4+ Kg7 10.Qf3 Nc6 11.d3 Nd4 12.Qf2 Nxc2+ 13.Qxc2 Bg3+ 14.Kd2 d5 15.exd5 c6 16.Nc3 cxd5 17.Ne2 Ne4+ 18.dxe4 dxe4+ 19.Ke3 Qb6+ 20.Nd4 Rd8 21.Qxe4 Bf5 22.Qe7+ Kh8 23.Kf3 Rxd4 24.Kxg3 Re4 25.Qf7 Qd6+

…και εδώ ο λευκός, βλέποντας ότι στο 26.Kf2 ή 26.Kf3 ακολουθεί 26…Rf8, εγκατέλειψε (0-1).

Το αξιοπερίεργο είναι ότι, ενώ η παρτίδα ξεκινά με τον λευκό να θυσιάζει κομμάτι νωρίς νωρίς, στην τελική θέση είναι ο μαύρος εκείνος που έχει κομμάτι λιγότερο -που σημαίνει ότι ο ίδιος έχει θυσιάσει δύο-, και εντούτοις κερδίζει εύκολα!

Άγρια παρτίδα, δίκοπη, παλιομοδίτικη, θα μπορούσε να έχει παιχτεί πριν εκατόν πενήντα χρόνια μεταξύ, ξερωγώ, Άντολφ Άντερσσεν και Λιονέλ Κιζερίτσκι. Ο Βασιέ, με το καλημέρα, επιτέθηκε με εφ΄ όπλου λόγχη· πίεσε όσο πήγαινε, ρίσκαρε συνεχώς κόβοντας γέφυρες, έβαζε περιπλοκές όπου μπορούσε. Δεδομένων των συνθηκών, ήταν η μόνη επιλογή με πιθανότητες επιτυχίας: μια ορθόδοξη επίθεση του διεκδικητή, πιθανότατα θα συντριβόταν στο ‘σινικό τείχος’ του πρωταθλητή. Με το Γκαμπί που επέλεξε ο γάλλος, η παραμικρή ανακρίβεια του Λιρέν θα του στοίχιζε την παρτίδα και τον τίτλο. Εντούτοις, ο κινέζος βρήκε όλες τις άμυνες, κέρδισε την παρτίδα και το ματς, και διατήρησε για έναν ακόμα κύκλο τον τίτλο του.

Η παρτίδα, με το που τελείωσε, συγκαταλέχθηκε αυτοδικαίως στις κλασικότερες από καταβολής του παιχνιδιού. Ήδη ο διαδικτυακός τόπος toppestchess.com την ανακήρυξε GotC· και, πριν ακόμα ολοκληρωθεί η τελετή λήξης του ματς, ο Έλμερ ‘Δε Μπος’ Μπαλμπόα είχε ήδη αναρτήσει εκτενή διαδραστική ανάλυση της παρτίδας στην κλωβοσελίδα του, σε άρθρο του με τον εύγλωττο τίτλο Take no prisoners.

Αλλά εμένα δεν μου λένε και πολλά όλ’ αυτά· άλλο περιμένω από αυτή την παρτίδα: την, σε στυλ όρθια κωμωδία, ανάλυση του γνωστού ρώσου υπερπαίκτη, αυτού ντε με το σπινθη­ροβόλο βλέμμα νυσταγμένου καπυμπάρα, που ξεκινά τις διαδικτυακές διαλέξεις του με την, καλτ πλέον, φράση Hello, I am grandmaster Piotr Makarevich Parashkin, and you are not.

Ούτε με απασχολεί πώς θα μοιραστούν το ψητό οι δύο αντίπαλοι· από πίτα που δεν τρως, άπλωσέ τη να στεγνώσει. Αυτό που ξέρω και με αφορά είναι ότι, με τα δέκα γκραντ που παντελόνιασα, τον χειμώνα πάω Άμστερνταμ· υποψιάζομαι μάλιστα ότι, αν είμαι συνετός, θα μου φτάσουν για να δω δύο φορές τη Μένου στην τελευταία της παράσταση!

(η παρτίδα σε αρχείο pgn εδώ)