Στη σελίδα αυτή θα δημοσιεύονται συχνά κείμενα που δεν σχετίζονται με τον κόσμο του σκακιού. Θα μου επιτρέψετε σε πρώτη χρονική φάση να περιλάβω δικά μου κείμενα που κατά κύριο λόγο τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν στον λογαριασμό μου στο facebook, προφανώς αδύναμα, ωστόσο ενώ είναι αρκετά προσωπικά και υποκειμενικά, θα ήθελα να τα ξαναμοιραστώ και να τα καταστήσω ανοιχτά για νέα συζήτηση, αυτή τη φορά στο skakistiko.

σημείωση 3


(φωτ. Ο μυστικός Ηριδανός στο ύψος του Κεραμεικού)

Σε ένα προηγούμενο ποστ έγραφα για τη μνήμη του τοπίου. Δηλαδή για τοπογραφικές περιγραφές σε αρχαία κείμενα που παρά την σύγχρονη δόμηση και την αστικοποίηση που περιπλέκει και μασκαρεύει την φυσική μορφή, αν θέλεις να δεις τις περιγραφές, με κάποια εγρήγορση θα τις συναντήσεις πάλι.

Κάποιος περπατούσε μια φορά, μετά από πολλές δεκαετίες που είχε φύγει από την μετεμφυλιακή Θεσσαλονίκη, στο δρόμο που μεγάλωσε και που ήταν αγνώριστος – από χωματόδρομος με προσφυγικά τώρα ήταν όλο πολυκατοικίες με πυλωτές. Εκεί που βάδιζε στην άσφαλτο, το πόδι του να, παραπάτησε ελαφρά. Και τότε εμφανίστηκε ειρωνικά η σωματική μνήμη. Βεβαιώθηκε ο άνθρωπος πως στο σημείο αυτό του δρόμου, ακριβώς εκεί, υπήρχε ένα μικρό βουναλάκι από χώμα, κάτι χαμηλότερο από ένα μέτρο. Το είχε καλύψει η άσφαλτος, αλλά το σώμα του, το πόδι του, το συνάντησε. Όχι με φυσική διαδικασία, περισσότερο με την αναμόχλευση της παιδικής σωματικής μνήμης. Και τότε πλημμύρισε με αισιοδοξία: “Το δρομάκι μου υπάρχει, δεν παν να γκρεμιστούν όλα, να γίνουν σκόνη, ξέρω ότι υπάρχει”.

Στην πλατεία στο Μοναστηράκι, δίπλα στο σταθμό του ΗΣΑΠ, όλοι θα έχετε δει την εγκιβωτισμένη κοίτη του ποταμού Ηριδανού που διέσχιζε την κλασική Αθήνα. Κάτι που ίσως είναι λιγότερο γνωστό, (με κάποια προσωπική επιφύλαξη το μεταφέρω) αλλά μερικοί που ασχολούνται με αυτά και διατείνονται πως το κάνουν επιστημονικά λένε πως το νερό που αναβλύζει σε σταγόνες στο συντριβανάκι στην πλατεία δεν είναι νερό δικτύου, είναι το νερό του Ηριδανού.

Σε ένα διάλογό του ο Πλάτωνας γράφει για τον Σωκράτη, ο οποίος έμενε στο δήμο Αλωπεκής -ταυτίζεται με τη σημερινή Δάφνη. Περπατούσε ο Σωκράτης προς το αρχαίο κέντρο παίρνοντας το μονοπάτι που θα λέγαμε πως είναι η σημερινή λεωφόρος Βουλιαγμένης και όταν φτάνει περίπου εκεί που είναι οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός συναντά έναν νεαρό που άρχιζε τα πρώτα του βήματα στη φιλοσοφία. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή καλοκαιρινή, εκεί βρισκόταν ο Ιλισσός, έψαξαν μια σκιερή γωνιά στην όχθη του ποταμού και ο διάλογος που έκαναν (ή που κατασκεύασε ο Πλάτωνας) είναι ο περίφημος Φαίδρος. Εκεί λοιπόν ήταν ο Ιλισσός. Κάθε φορά που σκάβουν, για τεχνικές εργασίες, βγαίνει πολύ νερό.

Ένας ερευνητής του οποίου δεν συγκρατώ το επίθετο και φαινόταν καταρτισμένος και σοβαρότατος, καμία σχέση με κούφια αρχαιοπληξία, έγραφε πως σε κάποιο σκάψιμο σε κείνη την περιοχή του ποταμού, στην πολύβουη οδό Καλλιρρόης, βγήκαν δυο μικροσκοπικά βατραχάκια που πέθαναν αμέσως τα δύσμοιρα όταν φτάσαν στην επιφάνεια. Ασφυξία του φωτός. Σαν μικρό δάχτυλο ανθρώπινου χεριού όλη κι όλη η μάζα τους. Τα φωτογράφισε και τα έβαλε στο ιστολόγιό του. Μετά από κάποιο καιρό, εντόπισε την εικόνα ένας άγγλος…βατραχολόγος (οι άγγλοι κατά παράδοση είναι μάστορες σε κάθε παράξενη φυσιοδιφική ιδιότητα) και του έγραψε συνεπαρμένος σε μέηλ πως αυτό είναι ένα είδος βατράχου που λογιζόταν από αιώνες χαμένο, ακόμα και ο Δαρβίνος στην εποχή του θεωρούσε ότι έχει εξαφανιστεί. Η περιοχή μπροστά από το Παναθηναϊκό στάδιο που περνούσε ο Ιλισσός ονομαζόταν Βατραχονήσι και η ονομασία ήταν σε κοινή χρήση ακόμα και στις αρχές του 20ού αιώνα. Επειδή στο ποτάμι, στο σημείο εκείνο, σχηματιζόταν μια νησίδα με ολόκληρη αποικία βατράχων. Φαίνεται πως όταν μπαζώθηκε το ποτάμι, μερικά βατράχια, ελάχιστα, τα πιο ψυχωμένα, πάλεψαν με ηρωισμό να συνεχίσουν να ζούν κάτω από την επιφάνεια – αλλά ως πότε.

Υπάρχουν αυτά τα πράγματα, υπάρχουν κάτω από τη γη. Και καμιά φορά τα ανασύρει η Μνήμη.

σημείωση 2


Τελικά είναι το πιθανότερο να είχε κλέψει ο νεαρός Σαββόπουλος (περισσότερο από όσο επιτρέπεται από τον άγραφο νόμο που θέτει τα όρια δανείου και κλοπής) τον Μπομπ Ντίλαν και τον Λούτσιο Ντάλα. Για αυτό το πράγμα, μετά και από την καταιγίδα πληροφοριών που γέμισε το φβ τις τελευταίες μέρες, έχω πειστεί. Κάποιος μάλιστα έγραψε πως μετά από όλα αυτά αμφιβάλλει αν υπάρχει και τίποτα δικό του και αν ο τραγουδοποιός λέγεται στην πραγματικότητα Σαββόπουλος.

Την θλιβερή του πορεία στην εικόνα που μεταδίδει σαν δημόσιο πρόσωπο την γνωρίζουμε όλοι, δεν χρειάζεται να καταθέσω και εγώ (και για μια ακόμη φορά μάλιστα) τα ανάλογα διαπιστευτήρια και το ανάθεμα. Δεν προξενεί καν μελαγχολία αυτό, συνηθίσαμε εδώ και πολύ καιρό, δεκαετίες.

Δεν έχω ωκεάνειες μουσικές γνώσεις και δεν ξέρω αν έκλεψε, πόσο έκλεψε, πόσο απατεώνεψε καλλιτεχνικά. Διαισθάνομαι πως οι κατηγορίες έχουν καπνό, χωρίς όμως να φτιάχνουν τέτοιο οδοστρωτήρα απαξίας. Ξέρω όμως, ότι ακόμα και τώρα σαν ακροατής (στο σπίτι βέβαια και όχι σε φιέστες του Σκάι, όπου ο ίδιος πρωταγωνιστεί), οι πιο πολλοί στίχοι του από τα 60-70’ς εξασφαλίζουν το ότι αν τους επαναφέρεις στο αυτί, δεν θα ξεφύγεις, μα είναι αδύνατον να ξεφύγεις, από το να αισθανθείς απέραντα μόνος.

“Στριφογυρίζω, μια σημαιούλα μες στο κρύο, νύχτα και φέγγει το στρατοδικείο”.

Αλλά πείτε μου και που να ξέρουν ο Ντίλαν και ο Λούτσιο Ντάλα τι σημαίνει μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ ενώ θερίζει ο θάνατος ή τι σημαίνει ο Τσιτσάνης σαν άγγελος να στέκει κρατώντας ένα μικρό βιολί στο σκαλοπατάκι ενός ολόφωτου τραμ. https://www.youtube.com/watch?v=OfSfHPEKXwI

σημείωση 1


https://www.facebook.com/philippos.koerant/posts/10210159280239140
Ο Κωστής Παπαγιώργης, σε ένα κείμενό του το 2007, έγραφε για τη μοίρα των ανθρώπων που λόγω ιδιοσυγκρασίας ή ψυχισμού μένουν στα πίσω θρανία της καθημερινής συμπεριφοράς, κοκκινίζουν και με τη χειραψία και αδυνατούν -ενώ μπορεί και να το ήθελαν- να ακολουθήσουν το πρότυπο (που έχει δομηθεί πιο πολύ βέβαια για τους άντρες) του μάγκα και ωραίου, του δυναμικού, του ματσοπαλικαριού:
“Πολλοί είναι οι τρόποι για να οξύνει κανείς την ανθρωπογνωσία του μέσα στον νεοελληνικό βίο, αλλά η μελέτη της λέξης «κομπλεξικός» κρατάει τα σκήπτρα. Από τη μαθητική ηλικία κιόλας, η χρήση του όρου ισοδυναμεί με επίδειξη ταυτότητας. «Ρε μαλάκα, μιλάμε για κομπλεξάρα, ούτε νερό δεν μπορεί να πιει!» “.
Ο Παπαγιώργης, χαρισματικός μικροδοκιμιογράφος, έφερνε στη συνέχεια εκείνου του κειμένου σαν παράδειγμα τον Παπαδιαμάντη, τον “πιο σοβαρό άνθρωπο που πέρασε από αυτή τη χώρα”, όπως τον ανέβαζε με τεχνητή υπερβολή.
Και ενώ έψαχνα πάλι τη νύχτα στο ίντερνετ άσχετα πράγματα, ξαναπέφτω στη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη, τη μια από τις δυο μόνο του λογοτέχνη που υπάρχουν. Φωτογραφία που στοιχηματίζεις ότι είναι ζωγραφικός ψυχογραφικός πίνακας, όχι από την καλλιτεχνική ικανότητα του φωτογράφου, αλλά από την έκφραση και τη στάση του σώματος του μυστικού λογοτέχνη.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Αθήνα, βουτηγμένος στα χρέη, σε έσχατη ένδεια, με συντροφιά το ποτό, τον καπνό και τα βιβλία του. Σήμερα, αν τον έβλεπες, θα έλεγες με σιγουριά πως είναι “άνθρωπος του κοινωνικού περιθωρίου” με “έντονα ψυχολογικά προβλήματα” όχι μόνο από όλη την παραίτηση που έβγαινε από το παρουσιαστικό του, αλλά και για το ότι ποτέ δεν σήκωνε το κεφάλι να κοιτάξει φευγαλέα στα μάτια τον παραδιπλανό – διπλανός σπάνια υπήρχε.

Οι δημοτικιστές δεν τον χώνευαν γιατί η μοναδική εκφραστικότητα του λόγου του δεν αποτυπωνόταν στη γλώσσα του λαού, οι καθαρευουσιάνοι και σχολαστικοί δεν μπορούσαν βεβαίως να τον υιοθετήσουν γιατί το ένστικτό τους έλεγε πως η διεισδυτικότητα που είχε στην ανθρώπινη ψυχή δεν αποτελούσε στοιχείο του δικού τους συμβατικού κύκλου, οι προοδευτικοί και ριζοσπάστες του καιρού ήταν επιφυλακτικοί, γιατί τα περισσότερα θέματά του είχαν σαν σκηνική αφετηρία το θρησκευτικό περιβάλλον, άσε που ήταν και ο ίδιος θρήσκος και ψάλτης. Κάτι τους έλεγε ότι κάθησε και μετάφρασε (καθόλου συμπτωματική επιλογή) Ντοστογιέφσκι, αλλά μέχρι εκεί για τους περισσότερους.

Ξαναγυρίζω στη φωτογραφία (την οποία τράβηξε ο Παύλος Νιρβάνας) και τη μικρή ιστορία που τη συνοδεύει. Καθόταν πάντα στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία της Δεξαμενής Κολωνακίου όπου ο καφές είχε μία δεκάρα και με “τεμπεσίρι”, ενώ στο διπλανό είχε μιάμιση δεκάρα και χωρίς τεμπεσίρι. Στη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος και έγερνε το κεφάλι. Πάντα ανθρωποφοβικός, ρακένδυτος, “άνθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών”, τη φωνή του σπάνια την είχαν ακούσει.

Ο Νιρβάνας αφηγείται: “Πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει, και μαζί του να σβήσει για πάντα η μορφή του. Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει -ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος- να μιλά γαλλικά: -Nous excitons la curiosité du public (ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού). Ας μου συγχωρέσει το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη”.

Προς το τέλος της ζωής του, διοργανώθηκε μια εκδήλωση προς τιμήν του στον “Παρνασσό” από λογοτέχνες και φιλολόγους της εποχής. Όπως είναι αυτονόητο ο τιμούμενος μισανθρωπικός Παπαδιαμάντης δεν παραβρέθηκε -θα αποτελούσε υπέρβαση ζωής για αυτόν- αλλά έτσι συγκεντρώθηκε κάποιο ποσό για την οικονομική του ενίσχυση. Το χρησιμοποίησε για να πληρώσει κάποιες οφειλές και για να έχει μια βάση να γυρίσει στο νησί του, τη Σκιάθο. “Κάποιος φίλος τόν ἒφερε στό σπίτι μας ἒνα βράδυ…κι ἀπό τότε, ἲσως γιατί μᾶς βρῆκε ἁπλούς ἀνθρώπους καί κάπως τῆς ἀρεσκείας του, ἐρχότανε πότε-πότε κατά τίς ἐννιά τό βράδυ…Ἦταν σιωπηλός, ὃταν ὃμως θίγαμε κάτι πού τόν ἐνδιέφερε ἢ πού τ’ ἀγαπούσε, μιλοῦσε γιά κάμποση ὣρα, μέ μιά φωνή σιγανή… Ὁταν ἦταν νά φύγει γιά τή Σκιάθο, ἧρθε μόνος του αὐτή τή φορά, γιά νά μᾶς ἀποχαιρετήσει. Ἡ φωνή του εἷχε ἒναν ἀλλιώτικο τόνο, ἦταν θερμή καί πολύ συγκινημένη. Μᾶς κάλεσε νά πάμε στό νησί του.”

Αυτή ήταν, ανεκδοτολογικά, αποσπασματικά και χωρίς παραπέρα πρόθεση διείσδυσης, η μικρή ιστορία του πιο γνωστού κομπλεξικού της Ελλάδας.