Στη σελίδα αυτή θα δημοσιεύονται συχνά κείμενα που δεν σχετίζονται με τον κόσμο του σκακιού. Θα μου επιτρέψετε σε πρώτη χρονική φάση να περιλάβω δικά μου κείμενα που κατά κύριο λόγο τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν στον λογαριασμό μου στο facebook, προφανώς αδύναμα, ωστόσο ενώ είναι αρκετά προσωπικά και υποκειμενικά, θα ήθελα να τα ξαναμοιραστώ και να τα καταστήσω ανοιχτά για νέα συζήτηση, αυτή τη φορά στο skakistiko.

Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιουλίου-Αυγούστου 2017 εδώ

σημείωση 18


“Τους τρομοκρατούσαν, τους πέθαιναν της πείνας, τόσο, που, άλλοι άλλοι εξαγριώθηκαν απ΄την απόγνωση και ή τους σκότωσαν ή τους εξόρισαν. Και ολοένα τα κτήματα μεγάλωναν σε έκταση ….” Τζον Στάινμπεκ, Τα σταφύλια της οργής, 1939.

Πίσω από τη χειρονομία του Αιθίοπα μαραθωνοδρόμου Φεϊζά Λιλέσα στον τερματισμό που αποτελεί κορυφαία στιγμή στην ιστορία των ολυμπιακών αγώνων, βρίσκεται ο συνήθης ύποπτος, η ουσία της οικονομικής βίας – και δεν ξέρω πόσοι από μας το καταλάβαμε αρχικά.

“Διαμαρτύρομαι για τους Ορόμο, διότι αυτή είναι η γη μου” συνοψίζει ο αθλητής. Και έτσι τουλάχιστον, μάθαμε πως ο διωγμός της 15 εκατομμυρίων πληθυσμού φυλής στην ανατολική Αφρική δεν έχει σχέση με το ότι οι Ορόμο δεν έχουν ωραία μάτια, αλλά με το διαχρονικό παραμύθι του ανθρώπου, του καπιταλισμού, της εθνικής και οικονομικής αποικιοκρατίας. Με τα συμφέροντα των μεγαλοτσιφλικάδικων εταιρειών που ζητούν ολοένα εκτάσεις.

Ο φύρερ στο Βερολίνο δεν έσφιξε το χέρι του Τζέσε Όουενς, ενώ η φωτογραφία της Πόλης του Μεξικού με την υψωμένη γροθιά των Μαύρων Πάνθηρων ακόμα και σήμερα κοσμεί ανήσυχα εφηβικά δωμάτια. Και τα δυο περιστατικά ωστόσο δεν συνιστούσαν κίνδυνο για τη ζωή των αθλητών.

Ο Λιλέσα στο Ρίο έστειλε κραυγή για τη φυλή Ορόμο η οποία βρίσκεται σε ανηλεή διωγμό από την κεντρική εξουσία της Αιθιοπίας (κάποιοι μιλούν για καταστολή που έχει στοιχεία γενοκτονίας) και γνώριζε πως με τη χειρονομία τον περιμένε θάνατος στη χώρα του, αν γύριζε. Ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Βραζιλία, καθόλου ελαφρύ και ανέξοδο όμως, καθώς πάγια τακτική των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η ομηρία και τα αντίποινα στην οικογένεια του φυγάδα – γινόταν κάπως πιο ελαφρά στις σοσιαλιστικές χώρες για να μικρύνει η πιθανότητα απόδρασης αθλητών στη Δύση.

Ο μαραθωνοδρόμος αν και έστειλε το μήνυμα σε συνενόηση με τους γονείς του, εξέφρασε χτες μεγάλη ανησυχία για την τύχη των συγγενών του – παρόλο που το θέμα διεθνοποιήθηκε οι αρχές της χώρας άρχισαν να τους απειλούν βάζοντας φερετζέ παρακρατικούς σε κυβερνητική υπηρεσία.

Τους Ορόμο θα τους ξεχάσουμε – είναι και κάτι μαύροι σε κάτι πεδιάδες μακριά. Ενδεχομένως θα παραμείνει η φωτογραφία στην Ιστορία, αλλά το πιθανότερο “επαναστατική χωρίς αιτία”, ρομαντική και απονευρωμένη, σαν στα μαθητικά λευκώματα και τις κούπες του καφέ με τους πολυάριθμους Τσε light. Γιατί δεν είναι και οι πιο πρόσφορες εποχές να καταγγέλλεται ο καπιταλισμός. 28 Αυγ. 2016

σημείωση 17


Αριστερά ο Μ. Παπαϊωάννου, στο κέντρο ο Βάρναλης, δεξιά ο Στρατής Τσίρκας, σε κάποια ταβέρνα στην Αθήνα το 1955. Ο Κώστας Βάρναλης, τεράστια μορφή της ελληνικής διανόησης (τα κριτικά του έργα και οι φιλολογικές του δημοσιεύσεις κατά τη γνώμη των ειδικών είναι και ανώτερα συγκριτικά από τη λογοτεχνική του παραγωγή), σε όλη του τη ζωή ήταν το παράδειγμα του απλού καταδεκτικού ανθρώπου – και ήταν και ωραίος, όλα τα κρασοπουλιά των Εξαρχείων και της Δεξαμενής τον θυμούνται ακόμα, υπάρχουν-δεν υπάρχουν σήμερα σαν ντουβάρια.

Θυμήθηκα αυτή τη φωτογραφία όχι για τίποτα άλλο, αλλά γιατί ένας γνωστός μου με παρέπεμψε (για καλό νόμιζε αυτός) σε κείμενο του “εθνικού φιλόσοφου” του καιρού μας, του ανεκδότου που λέγεται Στέλιος Ράμφος -δεν είναι το μόνο ανέκδοτο στον εν λόγω κύκλο, αλλά είναι σαφώς το πιο γλιτσερό και χωρίς να παίρνει προφυλάξεις: αυτόβουλος κόλακας της εξουσίας.

Δεν υπήρχε περίπτωση βέβαια να αφιερώσω χρόνο να διαβάσω με προσοχή το λινκ που μου έστειλαν. Τον αδικώ τον Ράμφο λόγω προκατάληψης και επειδή είμαι ένας απλός αναγνώστης όπως οι πολλοί από μας -χωρίς σπουδαίες γνώσεις και όχι διανοούμενος- αλλά χιαστί διαβάζοντας η αίσθηση ήταν κάποια αναφορά στον Σωκράτη, μουχλιασμένη, χιλιοτραγουδισμένη, χωρίς καμία πρωτοτυπία, λες και βγήκε από πόνημα καθηγητή γυμνασίου του 19ου αιώνα στη Γερμανία.

Στο τι θέλει να πει μετά και τι σύνδεση θέλει να κάνει με τις δικές του σκέψεις, δεν προχώρησα, μου αρκούσε η εισαγωγή, δεν πλήρωσα και εισιτήριο ώστε να λυπάμαι να φύγω από το γήπεδο.

Και πήγα με τη σκέψη ξανά στον γλυκύτατο και οξυδερκέστατο Βάρναλη (τον Μπουμπού, όπως ήταν το πρώτο του επίθετο), βαθύ γνώστη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας (όλοι οι σπουδαίοι μαρξιστές ξέρουν θαυμάσια την αρχαία Ελλάδα) που σχεδόν 100 χρόνια πριν από μας και πριν τον κάθε Ράμφο αποδομούσε την “Αθηναϊκή Δημοκρατία” με την “Αληθινή Απολογία του Σωκράτη” όπου δείχνει τον Σωκράτη να συνειδητοποιεί την ταξική φύση του δικαίου. Σε αντίθεση με τον πλατωνικό Σωκράτη που αγνοεί την αιτία της καταδίκης του, ο βαρναλικός ξέρει ότι η Δικαιοσύνη είναι όργανο ταξικής βίας και εκμετάλλευσης, όπως οι θεοί, η ιδεολογία και η φιλοσοφία.

Βεβαίως ο (κάθε) Ράμφος εκ θέσεως και σαν “θεσμικός φιλόσοφος” είναι ένας συμβατικός τύπος, που θα αναπτύξει το θέμα του χωρίς ριζοσπαστισμούς, ακαδημαϊκά, χωρίς τυπικές ιστορικές ανακρίβειες και τον κάθε αρχαίο θα τον τοποθετήσει στο πραγματικό του πλαίσιο για να προχωρήσει μετά στους συλλογισμούς του για το σήμερα. Αλλά αυτά τα διαβάζουμε και στη wikipedia, τα φιλοσοφικά πορίσματα που αναπτύσσει ο (κάθε) Ράμφος στη συνέχεια, πολύ μελάνι για το τίποτα και πολύ μικρή βιολογικά η ζωή για να τα καταναλώνεις σε όλη σου τη ζωή τα ίδια πράγματα (με διαφορετικό προσωπικό τόνο κάθε φορά), νομίζω. Να πεθάνουμε ναι, αλλά όχι από πλήξη.

Και ένα τελευταίο συμπέρασμα: με μέτρο τα λινκ που στέλνετε ιδιωτικά σε φίλους για να διαβάσουν. Η ιντερνετική πείρα λέει ότι 9 στις 10 φορές, ΔΕΝ θα τα διαβάσουν ενώ συγκαταβατικά θα απαντήσουν “ευχαριστώ, θα το δω αργότερα”.

σημείωση 16


Αριστερά, ο Φραντς Κάφκα σε ένα δωμάτιο στις εβραϊκές συνοικίες της Πράγας γράφει πυρετωδώς τον Πύργο, που τον αφήνει και ημιτελή. Συντάσσει διαθήκη με αποδέκτη τον Μαξ Μπροντ και καταγράφει την επιθυμία του να καταστραφούν όλα του τα έργα:

«Ό,τι υπάρχει σε ημερολόγια, χειρόγραφα, επιστολές άλλων και δικές μου, σχεδιάσματα και τα λοιπά, να καεί ανελλιπώς, καθώς επίσης και όλα όσα έχω γράψει ή σχεδιάσει και χωρίς να διαβαστούν ποτέ […] ». Ο Μπροντ αγνόησε το αίτημά του, χρησιμοποιώντας ως βασικό επιχείρημα το ότι όταν ο Κάφκα ζητούσε κάτι τέτοιο, γνώριζε κατά βάθος ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί μια τέτοια απαίτηση.

Δεξιά, ο Νικολάι Γκόγκολ καίει, με συντριβή, τα χειρόγραφα του δεύτερου μέρους των Νεκρών Ψυχών (έργο του Ίλια Ρέπιν). Οι Νεκρές Ψυχές όταν εκδίδονται τρομάζουν τη Ρωσία, γιατί είναι ο μη εξωραϊσμένος καθρέφτης της. Ο Γκόγκολ όμως αδιαφορεί, γιατί αναζητά την αλήθεια στο τέλος της σύντομης ζωής του σε μη ρεαλιστικούς κόσμους.

Μια υπενθύμιση που στην ακρότητά της ξαναγυρίζει να γίνει απλή, για μερικούς επηρμένους σύγχρονους γραφιάδες, πραγματικές ασημαντότητες, που εκδίδουν βιβλία υπερσίγουροι για τις δυνάμεις τους, όλο φωτογραφία-κορνίζα με αντίτυπά τους και χαμόγελο εβδομήντα πόντων μήκους, αλλά ερημικά κούφιοι όταν εκτίθενται στη δημοσιότητα. Είτε για άλλους, μετριόφρονες, με τη μάσκα βέβαια βαλμένη λίγο στραβά, που δεν παραλείπουν ωστόσο να περιφέρουν με αυταρέσκεια τα γραπτά τους στο ίντερνετ (μέχρι εδώ καλά) αλλά πρακτικά να γίνονται επιθετικοί και με την υποψία κριτικού σχολιασμού. Σκεπτόμενοι από μέσα τους, εσωτερικώς οι έρμοι, πως ό,τι δεν είναι λάικ και μακρύτατη σειρά θαυμαστικών σημείων στίξης είναι κακόβουλο ή αποτελεί ένα είδος αναπηρίας ως έλλειψη κατανοητικής ικανότητας.

σημείωση 15


Δεν ξέρω, θεωρώ πληθωρικά άσκοπο να αφιερώνονται οι ημέρες ποίησης στον άγνωστο εκείνο που παρέδωσε το έπος του Γκιλγκαμές, στον Όμηρο, στον Σίλερ, στον Ρίλκε, στον Νερούδα. Με γοήτευε περισσότερο η ποίηση στην εσωτερική περιθωριακή παρανομία των πραγμάτων.

Μια σκέψη λοιπόν για τα ποιήματα που γράφτηκαν σε τοίχους κελιών και καταστράφηκαν στη συνέχεια από τους ίδιους τους έγκλειστους γιατί θα προξενούσαν τρόμο και στους ανθρωποφύλακες.

Μια σκέψη ακόμη για κείνα τα κακότεχνα ποιήματα που γράφτηκαν σαν αποτύπωση βραδινής ονείρωξης σε εφηβικά υπνοδωμάτια της ανησυχίας, δεν ξαναδιαβάστηκαν ποτέ ούτε από τους ίδιους τους συγγραφείς τους, ενώ το χαρτί βράχηκε και μούλιασε από το σπέρμα της αγχωτικής αυτοϊκανοποιητικής πράξης.

Μια σκέψη και για τις ζωγραφιές βουβαλιών του μακρινού ανθρώπου στις σπηλιές της Αλταμίρα, πρέπει να ήταν, λένε, η ποίηση πριν γίνει προφορική παράδοση και αργότερα γραφή.

Φυσικά για την απόπειρα ποίησης στα γεφύρια και στις υπόγειες διαβάσεις πεζών στις μεγαλουπόλεις, λέξεις διστακτικές, ρυθμικές και πρόστυχες ανάκατες με οσμή ούρων.

Και τον απέραντο θαυμασμό μου για όλους εκείνους που είχαν συναίσθηση και ισορροπία για τις μέτριες δυνατότητές τους και ποτέ δεν καταδέχτηκαν να ευτελιστούν στις αγορές της θεσμικής τέχνης σαν ποιητής φανφάρας.

σημείωση 14


Το σκηνικό από την θεατρική μεταφορά της “Μάσκας του Κόκκινου Θανάτου” του Πόε, που ακολουθεί την ιστορία του πρίγκηπα Προσπέρο ο οποίος διοργανώνει ένα χορό μεταμφιεσμένων και οι επισκέπτες παρατηρούν μια φιγούρα που σταδιακά κατακυριεύει τους ίδιους και τα πάντα, ακόμα και την ίδια τη σήψη, τον Κόκκινο Θάνατο. Η παράσταση ήταν σε σκηνοθεσία του Γ. Σίμωνα. Όταν πέθανε, το 1849, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες όλοι σκέφτηκαν πως αν είναι κάποιες αληθείς, έχουν βαριές αναλογίες με τα έργα του.

Ο άνθρωπος που όπως ο ίδιος ισχυριζόταν “αποστρεφόταν κάθε μορφή κινδύνου, εκτός από την απόλυτη μορφή, τον τρόμο”. Με τα σημερινά μέτρα και με υπερκορεσμό από snuff movies που αρκούνται στο οπτικό σοκ που δεν σοκάρει πλέον, είναι αμφίβολο αν ο πιονέρος του είδους Πόε θα έγραφε για να τρομάξει, διότι θα αισθανόταν ότι δεν θα τα κατάφερνε. Μπορεί -αν σαν παιχνίδι ιστορικής φαντασίας υπήρχε σήμερα ο άνθρωπος- με τέτοιο τρομαχτικό ταλέντο στη γραφή και προπαντός γνωρίζοντας ότι σε κάθε είδος τέχνης που αναπαράγεται υπερπληθωρικά φτάνει μοιραία η εξάντληση και τίποτα πια δεν προξενεί εντύπωση, να το έκανε για να παραδοξολογήσει ευφυώς.