Στη σελίδα αυτή θα δημοσιεύονται συχνά κείμενα που δεν σχετίζονται με τον κόσμο του σκακιού. Θα μου επιτρέψετε σε πρώτη χρονική φάση να περιλάβω δικά μου κείμενα που κατά κύριο λόγο τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν στον λογαριασμό μου στο facebook, προφανώς αδύναμα, ωστόσο ενώ είναι αρκετά προσωπικά και υποκειμενικά, θα ήθελα να τα ξαναμοιραστώ και να τα καταστήσω ανοιχτά για νέα συζήτηση, αυτή τη φορά στο skakistiko.

Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιουλίου-Αυγούστου 2017 εδώ
Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου 2017 εδώ
Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιανουαρίου 2018 – Σεπτεμβρίου 2019 εδώ
Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιανουαρίου – Μαϊου 2018 εδώ

σημείωση 60

Αγάλματα του δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα στις Βρυξέλλες και στην πόλη Αλκαλά ντε Ενάρες κοντά στη Μαδρίτη, ένα από τα περίφημα σκελετωμένα σκίτσα του Πικάσο το 1955, μια σελίδα από τα χιλιάδες κόμιξ και τέλος από κινηματογραφική προσαρμογή του 1957 στη Σοβιετική Ένωση.

Στις 22 Απριλίου 1616 πέθανε λέει ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες, αλλά έμειναν τα ηρωικά κατορθώματα με γίγαντες φοβερούς, ληστές και ιππότες οι οποίοι ήταν γεννήματα της ανάστατης φαντασίας του δον Κιχώτη. Τι κι αν έτρωγε συνεχώς τα μούτρα του και η πανοπλία του γινόταν τενεκές, δεν το έβαζε κάτω. Δεν ξαναφάνηκε ποτέ μπροστά του ο καιρός που υπήρξε ο άσημος Αλόνσο Κιχάδα, δηλαδή ένας αγρότης που του άρεσαν πολύ τα βιβλία και έχοντας διαβάσει τα πάντα για τον ιπποτισμό την ψώνισε.

Και πέρα από τη διασκέδαση και την ξεγνοιασιά που προσφέρει χωρίς μια ρυτίδα στο χρόνο, δεν θα είναι τυχαίο που ο Φρόιντ ο οποίος ζήλευε τους καλούς καλλιτέχνες και λογοτέχνες γιατί είχαν πει με ευκολία αυτά που ο ίδιος πάσχιζε να θεμελιώσει επιστημονικά σαν έργο ζωής έμαθε στα εβδομήντα του ισπανικά ώστε να διαβάσει το πρωτότυπο, που ο Κάφκα κάνει τον Σάντσο Πάντσα τον πραγματικό κυρίαρχο των ιστοριών και τον δον Κιχώτη ένα ακυβέρνητο δημιούργημα, που γενικά (αμέτρητος ο αριθμός), αυτοί μπήκαν βαθιά στον ανθρώπινο ψυχισμό, δεν ξέφυγαν ποτέ από την έλξη του δον Κιχώτη, ιππότη της Μάντσας.

σημείωση 59


– Εγώ είμαι, της φωνάζω.
Μέσα στο ταξί που μας πάει σπίτι της καταλαβαίνω την απογοήτευσή της. Περίμενε να κατέβει από το τρένο μια νέα μα βασανισμένη γυναίκα που έζησε φυλακή, παρανομία και φρίκη. Μια γυναίκα που περίμενε ατέλειωτο καιρό να συναντήσει τον αγαπημένο της, τον καπετάνιο, τον ήρωα. Και της παρουσιάστηκε ένα νέο πλάσμα, ντυμένο στα πράσινα, λίγο τσαλακωμένο από το πολυήμερο ταξίδι, όμως με φρέσκο και νεανικό πρόσωπο.
(“η αρραβωνιστικιά του Αχιλλέα”)

-Κοίτα, μαμά, ένα ζωάκι! φωνάζει η Δαφνούλα κρατώντας μια άκρη από γούνα. Πού ήξερε η Λίζα πως φορώ τόσο καιρό δανεική γούνα που μου έρχεται και μεγάλη; Το καρφιτσωμένο χαρτάκι γράφει “έγδαρα τον θείο Κώστα και στην πήρα”. Τη φορώ και στριφογυρίζω σαν μανεκέν.
Καθώς πάω τη βγάλω, βλέπω στη γυαλιστερή της φόδρα κεντημένο, στο ύψος της καρδιάς, ένα μεγάλο Δ. : Δάφνη. Από την κατοχή η Λίζα με φώναζε κι αυτή Ελένη “μην ξεχαστώ καμιά φορά και σε φωνάξω Δάφνη”. Τώρα, πού το ένιωσε πως το Ελένη μου έρχεται φαρδύ και βαρύ, σαν τη γούνα της Σόνιας;
Του θείου Κώστα δεν του χρωστάω ευγνωμοσύνη όμως για το δώρο. Θα του γράψω χίλια ευχαριστώ, μα ευγνωμοσύνη, όχι. Θα του χρωστούσα μόνο, αν με είχε κοιμίσει στο σπίτι του εκείνο το βράδυ που γύρναγα με το ταγάρι και την καθαρή κιλότα, και με έπιασαν μόλις βγήκα.
(“η αρραβωνιστικιά του Αχιλλέα”)

Γεννήθηκα στην Αθήνα, στην οδό Κέας, πλατεία Κολιάτσου. Στις 15 του Δεκέμβρη. Από τους γνωστούς μου, την ίδια ημερομηνία, με διαφορετική χρονολογία, έχουν γεννηθεί ο Ζορζ Σεμπρούν και ο Νίκος Κούνδουρος. Εγώ πέφτω κάπου ανάμεσα στους δύο. Τον Σεμπρούν που μ’ αρέσει πολύ σαν συγγραφέας τον γνώρισα στο Παρίσι στο σπίτι της Μελίνας την εποχή της χούντας. Δεν ξέρω πώς ήρθε η κουβέντα και ανακαλύψαμε πως γεννηθήκαμε την ίδια μέρα.
– Ωραία, μου λέει, να φύγουμε και μαζί για να ’χουμε καλή παρέα.
Γελάσαμε. Ήμασταν αρκετά νέοι κι οι δυο μας. Εκείνος έφυγε πριν από λίγο καιρό, δεν με πήρε μαζί του· ήταν πολύ ευγενική ψυχή.

Με τον Νίκο γνωριζόμαστε από τα πολύ νεανικά μας χρόνια. Κι όσο ζούσε η πρώην σύντροφός του, η Μπριτ, γιορτάζαμε τα γενέθλιά μας αρκετές χρονιές στο σπίτι της. Ερχόντανε ο γιος τους, ο γιος μου, που είχε δουλέψει μαζί με τον Νίκο και του είχε εκείνος ξέχωρη αγάπη, και φίλοι που ταίριαζαν σε ηλικία πιο πολύ με τα παιδιά μας παρά με μας. Ο Νίκος στις ομορφιές του έκλεβε την παράσταση. Η Μπριτ μαγείρευε γουρουνόπουλο αλά σουηδικά κι οι συζητήσεις για τέχνη και πολιτική έδιναν κι έπαιρναν. Από τότε που έφυγε η Μπριτ, δεν ξαναγιορτάσαμε μαζί. Κρίμα. Ήτανε πολύ ωραία.
(“με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο”)

Μνήμη και πολλή αγάπη χρειάστηκε για να γράψω την ιστορία της ζωής μου. Στο μυθιστόρημα μπορείς να λες ό,τι φαντάζεσαι, να κινείς τους ήρωές σου όπως θέλεις, να τους βάζεις να λένε ό,τι σκέφτεσαι εσύ. Όταν όμως τα πρόσωπα είναι αληθινά δεν γίνεται ούτε τοσοδά να λαθέψεις, μιας και κανείς τους δεν μπορεί πια να σε επιβεβαιώσει ή να σε διαψεύσει. Ευτυχώς που υπάρχει η αδελφή μου (σημ. η Λενούλα) και η μνήμη της είναι αλάνθαστη και η ζωή της μπλέκεται με τη δική μου. Μόλις διάβασε αυτά που έγραψα μου είπε:
– Έτσι ζήσαμε. Έτσι ήταν αυτοί που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε.
– Τώρα, της λέω, που ξαναθυμήθηκες, θα ‘θελες να είχαμε ζήσει μια άλλη ζωή;
– Με τίποτα! μου αποκρίθηκε αυθόρμητα.
Με τίποτα, συμπλήρωσα και εγώ.
(“με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο”)

[Στη Λενούλα (σημ. είναι η αφιέρωση του βιβλίου)]
Τα έχω όμως ήδη γράψει σε μυθιστόρημα, στην Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα. Δεν είναι αυτοβιογραφία, αν και έχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Τα γεγονότα όμως είναι αληθινά και δεν θέλω να τα ξαναπώ, μόνο στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου έλεγα και ξανάλεγα τα ίδια. Δεν θέλανε να τους λέω παραμύθια πριν κοιμηθούν, αλλά να τους διηγούμαι κάθε βράδυ το παραμύθι της ζωής μου.
Ακόμα και σήμερα τα εγγόνια μου, ο Αντουάν κι η Άννα –
είκοσι δύο και είκοσι έξι ετών–, με βάζουν να τους λέω την ιστορία με το Κουτοκούλι που ήθελε από τα δέκα του χρόνια να γίνει συγγραφέας, κι άρχισε γράφοντας γράμματα στις
υπηρετριούλες της πολυκατοικίας για τους αγαπημένους τους με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι της κουζίνας.
(“με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο”)


Στη μνήμη της Άλκης Ζέη που έζησε μια ζωή δεμένη αχώριστα με τις βαριές σελίδες της Ιστορίας του αιώνα, που προχωρούσαν. Ακριβέστερα, μέσα στις σελίδες. Και η ζωή της, μέσα από την εικονική μυθοπλασία της λογοτεχνίας της, έγινε μια γραμμένη ζωή, δική της και των όσων περπάτησαν γύρω, όπως είναι το δίκαιο πάντα για τους ανθρώπους, αλλά δεν κατορθώνεται.
Παρέμεινε ενεργή, γνήσια καλή, καταδικασμένα ανήσυχη, ευαίσθητη, με ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ, τη χαρά της ζωής και την πικρή γεύση, ως την τελευταία τη μέρα, στα 97 της χρόνια. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να μην γράψει και από τα πιο όμορφα της παιδικής λογοτεχνίας (“το καπλάνι της βιτρίνας”) και όπως συμβαίνει πάντα με αυτό το είδος, κανείς τίμιος συγγραφέας δεν ξέρει στην πραγματικότητα αν γράφει μόνο για παιδιά – βασικά ξέρει πως δεν, δεν, όχι.

σημείωση 58

I am the passenger
I stay under glass
I look through my window so bright…
(Iggy Pop)

Passengers. Μια πιο νέα εκδοχή του Σιωπηλού Μάρτυρος – χωρίς το έγκλημα που θα κορύφωνε και θα λύτρωνε. Φωτογραφίες του Τζον Σχάμπελ, όλες από τις αρχές της δεκαετίας του 90, μια δουλειά που κράτησε τρία χρόνια στο σύνολο. Ταξίδευε συχνά ώστε να έχει τη δυνατότητα να βρίσκεται στα αεροδρόμια στις πύλες αναχωρήσεων, όπου σε ασφαλή απόσταση και με πολλή υπομονή και επιμονή παρατηρούσε με τον απομακρυσμένο κρυφό φακό τους επιβάτες στα παράθυρα πριν την απογείωση, για πού όμως;

Αποομαδοποίηση των ανάμικτων ψυχικών καταστάσεων που κουβαλά ο καθένας στην ατομική του ζωή και τον ακολουθούν στην επιβίβαση. Διότι καμία δεν μπορεί να ειπωθεί ίδια. Μονάχα ίδια κορνίζα, δηλαδή κοινή αναφορά, σε μια υπόθεση που δεν ταξινομείται. Εξέδωσε εκατοντάδες φωτό σε συλλογή με τίτλο Passengers. “Το τι αισθάνεται το κάθε πρόσωπο στο αεροπλάνο δεν αποτυπώνεται με ασφάλεια στις λήψεις και δεν έχει σημασία. Ο κρυφός θεατής του παραθύρου χαρίζει το σκίρτημα”.