Στη σελίδα αυτή θα δημοσιεύονται συχνά κείμενα που δεν σχετίζονται με τον κόσμο του σκακιού. Θα μου επιτρέψετε σε πρώτη χρονική φάση να περιλάβω δικά μου κείμενα που κατά κύριο λόγο τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν στον λογαριασμό μου στο facebook, προφανώς αδύναμα, ωστόσο ενώ είναι αρκετά προσωπικά και υποκειμενικά, θα ήθελα να τα ξαναμοιραστώ και να τα καταστήσω ανοιχτά για νέα συζήτηση, αυτή τη φορά στο skakistiko.

Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιουλίου-Αυγούστου 2017 εδώ
Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου 2017 εδώ

σημείωση 35

Το βράδυ, εκεί κοντά στον ύπνο, βάζω συχνά να ακούγονται σταθμοί του εξωτερικού, συνήθως με κλασική και τζαζ. Μια νύχτα εκεί που συντόνισα στο BBC3 ακουγόταν μια συνέντευξη, που εκείνος που ήταν στο μικρόφωνο ήταν Έλληνας, διακρινόταν από την πρώτη λέξη κιόλας λόγω της χαρακτηριστικής επίπεδης προφοράς στα (τέλεια κατά τα άλλα) αγγλικά που μιλούσε.

Ακούγοντας στη συνέχεια είδα πως το όνομά του είναι Θεόδωρος Κουρεντζής, γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και είναι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στη μουσική σκηνή διεθνώς και η καλλιτεχνική του εστία είναι η Ρωσία. Σε ερώτηση που του έγινε, είπε πως δεν σκέφτεται να γυρίσει στην Ελλάδα μόνιμα, γιατί στη Ρωσία έχει καλύτερες συνθήκες για τη δουλειά του. Μόνο για διακοπές το θέλει.

“Αυτό που είναι αξεπέραστο με τον Μότσαρτ είναι πως πήρε μια τέλεια, μια αψεδιάγαστη κλασική μουσική φόρμα, πιο εντελής αρχιτεκτονική δεν γινόταν, αλλά τι έκανε; Πήγε και τοποθέτησε στη μέση του ναού της τάξης το φίδι” λέει ο μαέστρος που δουλεύει με μια περίεργη ορχήστρα περίεργων ανθρώπων στο Περμ, μια παγωμένη πόλη κάπου στο βάθος, κάπου χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας.

Το φίδι. Ολοζώντανο και ψυχικά απειλητικό.

Προξενούσε εντύπωση ο συνεχής ποιητικός λόγος του και το πάθος του, στη μισή ώρα που κράτησε το πρόγραμμα.
“Δεν θέλω η μουσική που διευθύνω να μυρίζει αίθουσα κονσέρτου, πολυτελή τάπητα, πολυελαίους, όπως δεν θα ήθελε και ο Μότσαρτ που ξέρουμε πόσο το σιχάθηκε. Προσπαθώ να μεταφέρω τον ήχο της άμμου, όσο τα καταφέρνω. Αν το διακρίνετε, είμαι ευτυχής”.

“Από τη στιγμή που θα δεχτείς κρατική στήριξη στην τέχνη μπορείς να γίνεις ένας άριστος περφόρμερ, και δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια να το αρνηθούν. Είναι πολύ δύσκολο όμως να είσαι πραγματικά ελεύθερος”.

“Η Ρωσία είναι ο τόπος που στροβιλίζεται, αν εσύ το θέλεις, και στα πιο αδιάφορα πράγματα ο παλιός ο αρχαίος ήχος των ποιητών. Πουθενά αλλού δεν βιώνεται έτσι”.

Τον βρήκα σε ωραιότατα κλιπ, σε πρόβες από τους Γάμους του Φίγκαρο και τον Ντον Τζιοβάνι.

σημείωση 34

Το αριστουργηματικό μικρό απόσπασμα -γλωσσικά και ποιητικά- από την Αποκάλυψη του Ιωάννη τοποθετημένο στην εμφυλιακή Ελλάδα. Σε ένα ιδανικό σχολείο, ακόμα και τα θρησκευτικά αν εξακολουθούσαν να υπάρχουν σαν μάθημα, θα μπορούσαν να γίνουν ένα συναρπαστικό μάθημα. Ιστορία των θρησκειών, θρησκείες και ανθρώπινη τέχνη, θρησκείες και κοσμική εξουσία. Ακόμη, σε ένα ιδανικό σχολείο, η Ιστορία δεν θα ήταν παράφωνο μεγάφωνο της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης, θα ξέφευγε από τους ηρωισμούς και τα φυσεκλίκια, θα ήταν ένα μαγευτικό ταξίδι στο χρόνο. Φυσικά όμως η Ιστορία (όχι μόνο στην Ελλάδα, παντού) είναι ένα μάθημα καταδικασμένο να εξιστορεί το προγονικό κλέος και να συμβάλει στη διατήρηση του εθνικού παραμυθιού μακριά από δύσοσμες έννοιες όπως είναι η επιστημονική αμεροληψία. Εκεί δεν υπάρχουν ελπίδες ότι θα μπορούσε να αλλάξει κάτι.

Η Φυσική θα κοιτούσε τα αστέρια, το ακατάληπτο του Σύμπαντος, θα καταργούσε όλες τις βεβαιότητες, θα έδινε στοιχειώδη επιστημονική κατάρτιση στους μαθητές, αλλά δεν θα ξεχώριζε από την ποίηση των ουρανών αλλά και του μικρόκοσμου και από το Μυστήριο. Δεν θα έκανε το παν η φύση της διδακτέας ύλης για να μισήσουν τα παιδιά το υπερβατικό.

Και τα αρχαία ελληνικά, απαλλαγμένα από δύστροπες έννοιες όπως είναι συντακτικό και γραμματική, θα εστίαζαν σε συναρπαστικά κείμενα του αρχαίου κόσμου, στις διάφορες σχολές και τάσεις που υπήρχαν, δεν θα έμπαινε στο μικροσκόπιο μόνο ο Πλάτωνας και ο Όμηρος και οι αποστειρωμένοι (όπως διδάσκονται) τραγικοί, θα έμπαινε -ένα από τα πολλά παραδείγματα- και εκείνος ο ποιητής Αρχίλοχος που τόλμησε να καμαρώσει με “αναρχική έπαρση” τον 7ο π.Χ. αιώνα που έριξε την ασπίδα του και γλύτωσε έτσι τη ζωή του, γράφοντας στα απόκρυφά του τους δεκάρικους για την πατρίδα. “Κάποιος από τους Σάιους χαίρεται την ασπίδα μου, όπλον αψεγάδιαστο, που τήνε πέταξα στα θάμν’ αθέλητά μου. Όμως εγώ γλύτωσα το θάνατο. Να πάει στο διάολο η ασπίδα.”

(σκέψεις προσωπικού παραμυθιού)

σημείωση 33

Κι έτσι χωρίς να το πολυκαταλάβουμε πέρασαν οι μέρες των γιορτών, τα τελειώματα τώρα είναι διεκπεραίωση για τις αργίες, τους μαθητές που συνεχίζουν καμιά βδομάδα χωρίς σχολείο, τους αγιασμούς των νερών και τους Γιάννηδες, αστεία πράγματα δηλαδή. Οι ευχές που ήταν να ειπωθούν, ειπώθηκαν. Ο Ιανουάριος είναι ο πιο μεγάλος μήνας του χρόνου, ατέλειωτος καθώς και κομμάτι ακατανόητος, παλιά τον νόμιζα και αφιλόξενο, αλλά δεν είναι.

Οι πολύ μεγάλες και φανταχτερές, οι κοσμογονικές ευχές με το βόλιουμ και τη φωτεινότητα στο μάξιμουμ, τα πυροτεχνήματα του φανταστικού με την ημερολογιακή σύμβαση του χωρισμού του χρόνου σε ευκολοκατάληπτα στον κοινό νου κομματάκια, είναι ωραία. Αλλά μόνο για το παλιό παραμύθι του ανθρώπου που κι αυτό χρειάζεται, χρειάζεται πολύ. Καταδικασμένο όμως να μην έχει διάρκεια – παρά μόνο να διεγείρει μια στιγμιαία ανάταση. Κάτι σαν μύθο που δεν εγγράφεται ως ιστορικός, είναι οραματική εδέμ του μέλλοντος που προτείνεται να αναδυθεί με το ανοιγόκλεισμα ενός διακόπτη ηλεκτρικού ρεύματος, δώδεκα τα μεσάνυχτα στην αλλαγή του έτους.

Αν όμως υπάρχει μια ακριβή και πολύτιμη ευχή που πατάει στον ρεαλισμό είναι υγεία, όπως και ίαση για τους πάσχοντες. Έτσι βρήκα έναν πίνακα με ένα θάλαμο νοσοκομείου που μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση (από τα φώτα στο απέναντι οίκημα καταλαβαίνουμε αυτό που ξέραμε ήδη: πως είναι νύχτα) και τον είχα διατηρήσει, θυμήθηκα επίσης μια νοσοκόμα που είχε διατυπώσει κάποτε “καρκινικά κύτταρα είναι εκείνα που έχουν ξεχάσει πώς να πεθαίνουν”. Νοσταλγώ πολύ την ανησυχία της. Και για μια ακόμη φορά να εκφράσω τον θαυμασμό μου σε αυτούς που παλεύουν με εσωτερική συγκίνηση στους χώρους της υγείας: ασθενείς, συγγενείς, το ωραίο κομμάτι του ιατρικού προσωπικού και τέλος κάτι επιστήμονες-ερευνητές, μερικούς από εκείνους σε κάτι εργαστήρια, που μπορεί να είναι γνωστοί στον επιστημονικό κύκλο, αλλά δεν το μετράνε. Περιφρονούν ανθρώπινα και βαθιά άλλους προβεβλημένους καριερίστες ή και εξαρτημένους από συμφέροντα αγύρτες του παραδιπλανού μικροσκοπίου και μάχονται, σκοπό ζωής το έχουν θέσει, για αυτό που μοιάζει αδύνατο.