Στη σελίδα αυτή θα δημοσιεύονται συχνά κείμενα που δεν σχετίζονται με τον κόσμο του σκακιού. Θα μου επιτρέψετε σε πρώτη χρονική φάση να περιλάβω δικά μου κείμενα που κατά κύριο λόγο τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν στον λογαριασμό μου στο facebook, προφανώς αδύναμα, ωστόσο ενώ είναι αρκετά προσωπικά και υποκειμενικά, θα ήθελα να τα ξαναμοιραστώ και να τα καταστήσω ανοιχτά για νέα συζήτηση, αυτή τη φορά στο skakistiko.

Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιουλίου-Αυγούστου 2017 εδώ
Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου 2017 εδώ

Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιανουαρίου – Μαϊου 2018 εδώ

σημείωση 57


Τις τέσσερις φωτογραφίες, για έναν λόγο που δεν ξέρω ακριβώς, ίσως είναι άσκοπος, προτίμησα να τις πάρω κατευθείαν από το “Σμιλεύοντας το Χρόνο” του Αντρέι Ταρκόφσκι (Νεφέλη 1992, μετ. Σ. Βελέντζας) και να θυσιάσω την καλύτερη ανάλυση που θα μπορούσε να βρεθεί στην αναζήτηση του ίντερνετ. Στο κεφάλαιο για τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν, την πρώτη του ταινία. Στην πρώτη εικόνα ο Ιβάν ανιχνεύει το “νεκρό, πλημμυρισμένο δάσος”, στην επόμενη γράφει αναφορά στον συνταγματάρχη Κουζνετσόφ, η τρίτη είναι μια φυσιολογική παιδική σκηνή του Ιβάν πριν τον πόλεμο στο ένα από τα τέσσερα όνειρα που παρεμβάλλονται και στην τέταρτη εικονίζεται η Αποκάλυψη του Άλμπρεχτ Ντίρερ.

Ο Ταρκόφσκι είχε διαβάσει ένα διήγημα του Μπογκομόλοφ που θεωρήθηκε σπουδαίο στη σοβιετική εποχή (προφανώς κατά μικρό μέρος για τη λογοτεχνική του αξία), με απόμακρη, λεπτομερή, νωχελική αφήγηση και στυλιζαρισμένες λυρικές παρεκβάσεις. Κράτησε ό,τι τον συνάρπασε: την έντονη δραματικότητα του χαρακτήρα του ορφανού αγοριού που δεν είχε να χάσει πια τίποτα και είχε τερματίσει βίαια την παιδική του ηλικία. Ο Ταρκόφσκι ήταν φρέσκος απόφοιτος της κινηματογραφικής σχολής της Μόσχας και κυρίως πολύ νέος, άρα βρίσκει τον Ιβάν πιο πειστικό από πρόσωπα που αποκαλύπτονται σταδιακά μέσα από συνθήκες και ηθικές συγκρούσεις. Τον παίρνει και τον αλλάζει στο δημιούργημά του, καθώς οι αγωνίες και τα οράματα του κόσμου δεν χρειάζεται να στριμώχνονται στο κάδρο του φανερά ευνόητου.

“Πρέπει να πω εξαρχής ότι δεν μεταφέρονται στην οθόνη όλα τα πεζογραφικά έργα. Ορισμένα έχουν πληρότητα και είναι προικισμένα με σαφή και πρωτότυπη λογοτεχνική εικόνα. Τα πρόσωπά τους παρασύρονται σε απύθμενα βάθη και η σύνθεσή τους έχει την ικανότητα να μαγεύει και να καθιστά αδιαίρετο το συγκεκριμένο βιβλίο. Αυτά τα βιβλία είναι αριστουργήματα, και μόνο κάποιος που αδιαφορεί και για την καλή λογοτεχνία και για τον καλό κινηματογράφο θα συλλάβει την ιδέα να τα μεταφέρει στην οθόνη” γράφει ο Ταρκόφσκι. Στον Ιβάν όμως δεν υπήρχε το εμπόδιο.

Μένει κάτι, πως ο Ταρκόφσκι ήξερε πολύ καλά (και σε μερικούς μας έμαθε) πως ποίηση δεν είναι κάποιο λογοτεχνικό είδος, αλλά ένας τρόπος, ξεχωριστός ή ιδιοσυγκρασικός να συνδέεσαι με την πραγματικότητα επεκτείνοντας τα μυωπικά όρια. “Μπορείς να παίξεις μια σκηνή με ακρίβεια ντοκιμαντέρ, να ντύσεις τα πρόσωπα σωστά σε σημείο νατουραλιστικό, να αποδώσεις σχολαστικά τις λεπτομέρειες στο περιβάλλον και το δημιούργημα (ταινία, λογοτεχνία, πίνακας) να απέχει παρασάγγες από την πραγματικότητα, να είναι εντελώς τεχνητή. Ακόμα κι αν η πρόθεση είναι να αποφύγεις ακριβώς το τεχνητό.”

Άλλωστε ήμασταν ποτέ σίγουροι πως ο ευθύς λόγος που ορκίζεται στην πιστή απεικόνιση, προφορικός, γραπτός, εικαστικός ήταν η πιο ισχυρή μορφή έκφρασης σαν αλάθητο πασπαρτού για το καθετί; Πολλές φορές και με δεδομένο τον αναγκαίο ορθολογιστικό κανόνα στον πολιτισμό είναι, αλλά από την απλή εμπειρία και μόνο, χωρίς καμία θεωρητική τεκμηρίωση ή τρομάρα μας ειδική γνώση να απαιτείται για κανέναν, όλοι ξέρουμε πως απογυμνώνεται συχνά και σε αδύναμη μορφή, ανίκανη. Αν χρειάζεται κάποιο προσωπικό συγκροτημένο υπόβαθρο είναι αυτή η οπτική της πραγματικότητας που υπάρχει στις παρυφές της και όχι στο ζωγραφισμένο κέντρο της, να βλέπεται με απλό κοινό νου ώστε να μη οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη διαστρέβλωση του κόσμου από της απόλυτα ευθείας ματιάς- του τύπου, για παράδειγμα, φτηνών εμπορευμάτων για ονειροπαρμένους.

σημείωση 56


Δεν ήταν ένας αισιόδοξος άνθρωπος ο Άμος Οζ. Σε ένα από τα πολιτικά του άρθρα πριν μερικά χρόνια, μετά τον τορπιλισμό μιας άκομα απόπειρας μερικής ειρήνευσης στην περιοχή, έγραφε “έχει ματαιωθεί μέσα μου η ελπίδα και τελικά η ιστορία θα γράψει αυτό που μίσησα: πως ή αυτοί θα μας πετάξουν στη θάλασσα ή οι δικοί μας εκείνους”. Γεννημένος το 1939 στις ίδιες περιοχές και πριν την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, έζησε σαν παιδί την ίδρυση του 48 που ήταν μια επική υπόθεση στο πλαίσιο της ιστορίας και είδε τα καράβια με τους εξαθλιωμένους επιζώντες του ολοκαυτώματος να φτάνουν από τα διεθνή ύδατα. Βλέπω σε άσκηση φαντασίας έναν από τους άλλους που έμειναν, να αποχαιρετά λέγοντας όχι κάτι σαν καλή τύχη, σκεπτικιστικά να προτιμά: “ε, πού πάτε εκεί…”.
Στον Μιχαέλ μου, το πιο αγαπημένο μου βιβλίο του, περιγράφει την Iερουσαλήμ στις πολύ αρχές του 50 όταν έχει αρχίσει να δημιουργείται κάτι σαν ενιαία ταυτότητα μέσα σ’ ένα μωσαϊκό από γλώσσες και πολιτισμούς, με όχημα μια απλή ιστορία φοιτητικού έρωτα, όπου ο συγγραφέας γράφει σε θηλυκό πρόσωπο. Το ραββινάτο δεν τον αγάπησε ποτέ γιατί ήταν ένας συνήθης και διαρκής ύποπτος, οι Άραβες τον έβρισκαν εβραίο για τα γούστα τους (αυτό αρκούσε) και δεν θα μπορούσαν να ανεχτούν πως θεωρούσε αυτονόητο πως το Ισραήλ έχει δικαίωμα να υπάρχει. Έζησε δεκαετίες σε κιμπούτζ, ήταν πάντα και χωρίς πισωγυρίσματα της θέσης για δύο κεντρικές εξουσίες-κράτη, γνώριζε βαθιά την ιστορία τόσο την απλή όσο και τις πολύ βαριές σελίδες της, μισούσε ό,τι συμβολίζουν οι στρατοί, αγωνιζόταν με τις δυνάμεις του, τις όποιες, έγραφε υπέροχη λογοτεχνία – οι ήρωές του πάντα στην ειρωνική διάθεση των πραγμάτων, ποτέ λυτρωμένοι, πώς θα γινόταν να ήταν αλλιώς στο περιβάλλον των τόπων αυτών.
Τον θάνατό του ανακοίνωσε νωρίς το απόγευμα μέσω twitter η κόρη του Φάνια Οζ-Σαλτσμπέργκερ γράφοντας μονάχα «Ευχαριστούμε, όσους τον αγάπησαν». Εμείς να δεις Φάνια…

σημείωση 55

Η Σύλβια Πλαθ, στο μοναδικό της πεζό “the bell jar”, με ολοκάθαρα, πλήρη αυτοβιογραφικά στοιχεία απλώς τοποθετημένα στην πλασμένη ηρωίδα Εστέρ, περιγράφει σε κάποιες σελίδες πως βίωσε, σαν ανήμπορος άνθρωπος-μονάδα την είδηση για την εκτέλεση στην ηλεκτρική καρέκλα του ζεύγους Ρόζενμπεργκ, αμερικανών επιστημόνων του κκ ηπα που κατηγορήθηκαν για κατασκοπία, θύματα της παράνοιας του ΜακΚάρθι ενώ οι κατηγορίες αργότερα εξέπεσαν μια προς μια.

Η γνώριμη αίσθηση της προσωπικής αδυναμίας, εδώ μιας νέας γυναίκας (21 ετών τότε), που απλώς είναι μόνη της – πνίγεται και δεν μπορεί να κάνει τίποτα. It was a queer, sultry summer, the summer they electrocuted the Rosenbergs, and I didn’t know what I was doing in New York.

«Ήταν ένα περίεργο αποπνικτικό καλοκαίρι, το καλοκαίρι που οι Ρόζενμπεργκ οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα κι εγώ δεν ήξερα τι γύρευα στη Νέα Υόρκη. Τα χάνω. Η ιδέα της θανάτωσης με ηλεκτροπληξία με αρρωσταίνει κι ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο έγραφαν οι εφημερίδες – οι επικεφαλίδες με κοιτούσαν επίμονα σαν γουρλωμένα μάτια στη γωνιά κάθε δρόμου και στις μουχλιασμένες εξόδους του μετρό που μύριζαν φιστίκια. Δεν είχε καμία σχέση με μένα, μα δεν μπορούσα να σταματήσω να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν να καίγεσαι ζωντανός, η φωτιά να διατρέχει όλα σου τα νεύρα.

Ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα εκείνο το καλοκαίρι, γιατί το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν οι Ρόζενμπεργκ και πόσο χαζή ήμουν που είχα αγοράσει όλα εκείνα τα άβολα, ακριβά, ρούχα, που κρέμονταν πλαδαρά σαν ψάρια μέσα στη ντουλάπα μου και πώς όλες οι μικρές επιτυχίες που είχα συναθροίσει με τόση χαρά στο κολέγιο εξατμίζονταν έξω από τα στιλπνά μάρμαρα και τις κρυστάλλινες προσόψεις της Μάντισον Άβενιου [..]

Υποτίθεται ότι ήμουν το αντικείμενο φθόνου χιλιάδων άλλων κοριτσιών που φοιτούσαν όπως κι εγώ στο κολέγιο σε ολόκληρη την Αμερική. Μόνο που εγώ δεν οδηγούσα τίποτα, ούτε καν τον εαυτό μου. Απλώς σκουντουφλούσα από το ξενοδοχείο μου στη δουλειά και τα πάρτι και από τα πάρτι στο ξενοδοχείο μου και πίσω στη δουλειά σαν χαλασμένο τρόλεϊ».
(ελληνική μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου, Μελάνι, 2007, “ο γυάλινος κώδων”)

σημείωση 54

Καμία μικροκοινωνία στην κίνησή της δεν είναι από ορισμό -με κανόνα που θέσπισε μια εκ των άνω φιλοσοφική ή ηθική διάταξη- αγγελικής πλασιάς. Αυτό αφορά και τις σχολικές κοινωνίες, παρότι σύμφωνοι, δεν είμαστε εμείς που θα τα βάλουμε και εντελώς σοβαρά με εφήβους, θα ήταν φριχτά άγαρμπο, φαιδρά απενοχοποιητικό. ‘Ομως όλοι ξέρουν ότι παρά το εύπλαστο και ευμετάβλητο των ηλικιών το σχολείο μπορεί να γίνει από πολύ έως ανελέητα σκληρό προς μη ταυτοποιημένους με τη γενική νόρμα μαθητές – εκεί είναι ένας και από τους πυρήνες του μπούλινγκ.

Δεν ξέρω πόση συμμετοχή στους μαθητές είχε ο εθνικιστικοκαβλικός καραγκιοζμπερντέ, πόσοι πήγαν για την κοπάνα και τη βόλτα (αισιόδοξα εικάζω: οι περισσότεροι), πόση κατευθυντική επίδραση είχαν ενήλικα στελέχη της χρυσαυγίτικης συμμορίας στην προετοιμασία της κινητοποίησης. Οι εικόνες όμως, περισσότερο από πόλεις της βόρειας Ελλάδας, να το πω χωρίς άλλη έξαρση, δεν ήταν καθόλου καλές. Και όσες σαν να είχαν πλάκα με τις στρατοκαρναβαλικές στολές και τα μακεδονικά άλογα καβάλα και ίσια για Γευγελή, δεν είχαν ουδεμία όταν αφορούν 17χρονα και όχι μαντραχαλαίους. Είναι γκρι θολές εικόνες σε ένα γαλανόμαυρο πλαίσιο.

Έτσι σκέφτομαι πως το όλο μπούγιο που καταγράφτηκε δεν είναι ό,τι πιο ζεστό σαν ασφαλής αίσθηση. Για παιδιά μεταναστών πρώτης γενιάς με τόση ανοϊκή γκαρίζουσα υπερΕλλάδα που καταναλώθηκε, για παιδιά που δεν θέλουν να πάνε στρατό, μα δεν το θέλουν καθόλου, και είδαν την “περηφάνεια” της τύπου ολοκληρωτικού καθεστώτος στρατοφορεσιάς και των μισητών ιστορικών συμβολισμών που εκείνη κουβαλά από συμμαθητές τους, για παιδιά που φαίνονται διαφορετικά λόγω του χρώματός τους, για παιδιά με κάποια φυσική μειονεξία όταν στη σκηνή βγαίνουν η πολεμική ρώμη και ο χακί κομάντο αξιακά. Δεν θα πάθουν κάτι γιατί ούτε σε βαρβαρισμό φτάσαμε και οι αντιστάσεις είναι αξιόλογες και ισχυρές, αλλά μια καλή αίσθηση δεν είναι και σε ατομικές περιπτώσεις “αδυναμίας” μπορεί να λειτουργεί και σαν εκφοβισμός της πλειοψηφίας και ως σιωπηρή συνενοχή πολλών πόντιων πιλάτων καθηγητών. Τότε μην συμβεί, τι να λέμε, πνίγει, βιάζει.

Η φωτό από τη συνταραχτική “Λευκή Κορδέλα” του Χάνεκε και όσοι την έχουν δει, καταλαβαίνουν πιστεύω τον αυθαίρετο συνειρμό που δεν τον αναπτύσσω γιατί είναι είναι απλώς συνειρμός.

σημείωση 53

Και σήμερα μια από τα ίδια σε πολλά μέσα ενημέρωσης, τοποθετημένα λόγια σε στόματα “καλεσμένων”, καλεσμένων υπηρεσίας για να ακριβολογούμε, ώστε να μην πάρουν οι ίδιοι ως μιντιάρχες και θεσμικοί τρομάρα τους δημοσιογράφοι με τα ισιωμένα γιλέκα, πονηρά, την “ευθύνη”. Το χυδαία ψευδές αφήγημα το οποίο τα πρώτα χρόνια ντρέπονταν να το πολυλένε αλλά τώρα αρχίζει να μεγεθύνεται και να κανονικοποιείται σε μεγάλο μέρος της κοινής συνείδησης και να στάζει σαν σταγόνα τακ τακ τακ συνειδητής αποϊστορικοποίησης της κοινωνίας και όλα χαλαρά και λάιτ “δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο”.

Καμιά φορά, στα πολύ δύσκολα και “σοβαροφανή”, συμβιβάζεται το αφήγημα με την ακροβατική ντρίπλα πως υπήρξαν μόνο έξω, στους πέριξ δρόμους και σε γειτονιές κοντά στο κέντρο. Που πρόκειται για πραγματικότητα με ξερούς όρους σκηνικού πλαισίου αλλά βαλμένη με μόνο σκοπό να διαστρέψει την αλήθεια σε εκκωφαντικό ψεύδος. Προς κόσμο που το έχει φυσικά έτοιμο μέσα του για δικούς του ιδεολογικούς λόγους και θέλει απλώς να ταϊστεί πατρικά, γλυκερά και με την επιβεβαίωση, από αυτούς που “ξέρουν”. Μια αλήθεια με συγκεκριμένο τονισμό στη διατύπωση, με μια περισπωμένη που φωνάζει ίδια βροντή και δείχνει σαν γραμματικός τόνος ίσα σε ύψος με πολυκατοικία. Ανάλογης εγκυρότητας αλήθεια του δεν υπήρχαν νεκροί στον Τιτανικό, στη θάλασσα πνίγηκαν, άρα μπορεί να φόνευσαν τα φύκια που περνούσαν παραέξω, δεν ξέρουμε τι συνέβη.

Ας πούμε πως το είχε απαντήσει ιστορικά πρωθύστερα ο Μανώλης Αναγνωστάκης στο ποίημα ο Χάρης “λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα”. Ή ας πούμε πως αφορά ό,τι μπορεί -στη διαστολή της- να σημαίνει η φράση “άλλοι κόσμοι που δεν ακουμπάνε μεταξύ τους” και το κυριότερο σαν εύλογο ερώτημα που προκύπτει: γιατί να ακουμπήσουν, υπάρχει κανένας λόγος;

σημείωση 52


1950, Βραζιλία – Ουρουγουάη 1-2 στο Μαρακανά και η μικρή χώρα του Εδουάρδο Γκαλεάνο κερδίζει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι κάτοικοι του Ρίο ντε λα Πλάτα δεν έχουν ζήσει μεγαλύτερη στιγμή.

Ο συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο γεννήθηκε, έζησε και σήμερα πέθανε χωρίς να απομακρυνθεί παρά μόνο καμιά δεκαριά χρόνια από την όχθη του ποταμιού του Μοντεβιδέο.
Κανείς δεν έγραψε έτσι για το ποδόσφαιρο, ούτε πρόκειται, φοβάμαι. Αυτό το βιβλίο είναι από τα πιο γνωστά, νομίζω. Το El fútbol a sol y sombra (1995) και εδώ ένα σκόρπιο απόσπασμα:

Το όπιο του λαού
Σε τι μοιάζουν το ποδόσφαιρο και ο Θεός; Στην αφοσίωση των πιστών τους και στην δυσπιστία που έχουν και για τα δυο πολλοί διανοούμενοι.
Το 1902, ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ειρωνεύτηκε το ποδόσφαιρο και τις «φτωχές ψυχές που μπορούν και ικανοποιούνται βλέποντας ηλίθιους βρωμιάρηδες να παίζουν».
Έναν αιώνα αργότερα, στο Μπουένος Άιρες, ο Χόρχε Λούις Μπόρχες ήταν πιο εκλεπτυσμένος: έδωσε μια διάλεξη για την αθανασία την ίδια μέρα και την ίδια ώρα που η Εθνική Αργεντινής έδινε τον πρώτο της αγώνα για το Μουντιάλ του 1978.

Η περιφρόνηση πολλών συντηρητικών διανοούμενων πηγάζει απο τη βεβαιότητα πως η ειδωλολατρεία της μπάλας είναι η δεισιδαιμονία που αρμόζει στον λαό. Το ποδόσφαιρο παίρνει το μυαλό των πληβείων, που σκέφτονται με τα πόδια –εκεί είναι το προνομιακό πεδίο δράσης τους– και βρίσκουν ικανοποίηση σε αυτήν την απόλαυση δεύτερης διαλογής. Το ζωώδες ένστικτο επικρατεί του ανθρώπινου λόγου, η άγνοια συνθλίβει την καλλιέργεια και ο λαουτζίκος έχει αυτό που θέλει.
Αντίθετα, πολλοί αριστεροί διανοούμενοι καταδικάζουν το ποδόσφαιρο γιατί ευνουχίζει τον λαό και εκτρέπει την επαναστατική του ενέργεια. Άρτος και θεάματα, θεάματα χωρίς άρτο : οι εργάτες υπνωτίζονται από την μπάλα, από τη διεστραμμένη γοητεία της, η συνείδησή τους ατροφεί και οδηγούνται σαν πρόβατα όπου θέλουν οι ταξικοί τους εχθροί.

Όταν το ποδόσφαιρο έπαψε να είναι αποκλειστική υπόθεση των Άγγλων και των πλουσίων, γεννήθηκαν στο Ρίο ντε λα Πλάτα οι πρώτες ποδοσφαιρικές ομάδες της λαϊκής τάξης. Αυτές οργανώθηκαν μέσα στα σιδηροδρομικά συνεργεία και τα ναυπηγεία. Τότε, κάποιες ηγετικές μορφές των αναρχικών και των σοσιαλιστών κατήγγειλαν τη μηχανορραφία της αστικής τάξης η οποία έψαχνε να σταματήσει τις απεργίες και να αποκρύψει τις κοινωνικές αντιθέσεις. Η διάδοση του ποδοσφαίρου στον πλανήτη ήταν αποτέλεσμα ενός ιμπεριαλιστικού ελιγμού που είχε σκοπό να κρατήσει τους λαούς καταπιεσμένους και καθηλωμένους.

Όμως, η ομάδα των Αρχεντίνος Τζούνιορς όταν ιδρύθηκε ονομαζόταν «Μάρτυρες του Σικάγο», προς τιμήν των αναρχικών εργατών που κρεμάστηκαν μια Πρωτομαγιά. Μια άλλη Πρωτομαγιά ιδρύθηκε η ομάδα Τσικαρίτα Τζούνιορς σε μια βιβλιοθήκη αναρχικών τους Μπουένος Αιρες. Σε αυτά τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα δεν έλειψαν οι διανοούμενοι που ύμνησαν το ποδόσφαιρο αντί να το απαρνηθούν επειδή τάχα μου νεκρώνει τη συνείδηση. Ανάμεσά τους ο Ιταλός μαρξιστής Αντόνιο Γκράμσι που έπλεξε το εγκώμιο αυτού «του βασιλείου της ανθρώπινης αφοσίωσης σε ανοιχτό χώρο».

σημείωση 51

Το ωραίο τραγούδι επενδύεται οπτικά με σκηνές από τα “φτερά του έρωτα” του Βέντερς, όπου τα πάντα παρακολουθούν δυο άγγελοι.

Σε κάποιες πρωτογονικές κουλτούρες, παρότι έτυχε λόγω απομόνωσης να μην αναμιχθούν με τον βιαίο θρησκευτικό προσηλυτισμό των μεγάλων mainstream θρησκειών, διατηρείται μια παράξενη αίσθηση του παραδείσου, μόνο που εδώ δεν είναι τα θεολογικά γαλήνια λιβάδια του ουρανού ή τα ουρί και τα πιλάφια.
Ο παράδεισός τους (όπως τον λέμε καταχρηστικά για να καταλαβαινόμαστε) είναι η αόριστη ελπίδα πως ο νεκρός θα κάνει το ταξίδι κάτω από τη γη, όσα πολλά χρόνια αυτό θα διαρκέσει, θα δει ό,τι είναι από κάτω αλλά κάποτε θα ξαναγυρίσει. Και θα ξαναβρεί τα αγαπημένα του πρόσωπα και ό,τι άφησε, στη θέση που βρίσκονταν εκείνη την ημέρα.

Η επιστροφή του πεθαμένου στη ζωή, στη ζωή του εδώ πέρα όπως την είχε αποχαιρετήσει και απλά συνεχιζόταν εν τη απουσία του, αυτό είναι ο παράδεισος. Ο ποιητής Πίνδαρος, λίγο διασταλτικά αν το δούμε, το έγραφε αλλιώς: «ὄλβιος ὅστις ἰδὼν κεῖν’ εἶσ’ ὑπὸ χθόν’· οἶδε μὲν βίου τελευτάν, οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν». Δηλαδή σε μετάφραση: «Ευτυχισμένος εκείνος που θα δει αυτά που είναι κάτω από την γη! Γιατί γνώρισε και το σκοπό (τέλος) της ζωής του και την δοσμένη αρχή του».