Στη σελίδα αυτή θα δημοσιεύονται συχνά κείμενα που δεν σχετίζονται με τον κόσμο του σκακιού. Θα μου επιτρέψετε σε πρώτη χρονική φάση να περιλάβω δικά μου κείμενα που κατά κύριο λόγο τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν στον λογαριασμό μου στο facebook, προφανώς αδύναμα, ωστόσο ενώ είναι αρκετά προσωπικά και υποκειμενικά, θα ήθελα να τα ξαναμοιραστώ και να τα καταστήσω ανοιχτά για νέα συζήτηση, αυτή τη φορά στο skakistiko.

Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιουλίου-Αυγούστου 2017 εδώ
Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου 2017 εδώ

Το αρχείο των προηγούμενων Προσωπικών Σημειώσεων Ιανουαρίου – Μαϊου 2018 εδώ

σημείωση 52


1950, Βραζιλία – Ουρουγουάη 1-2 στο Μαρακανά και η μικρή χώρα του Εδουάρδο Γκαλεάνο κερδίζει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι κάτοικοι του Ρίο ντε λα Πλάτα δεν έχουν ζήσει μεγαλύτερη στιγμή.

Ο συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο γεννήθηκε, έζησε και σήμερα πέθανε χωρίς να απομακρυνθεί παρά μόνο καμιά δεκαριά χρόνια από την όχθη του ποταμιού του Μοντεβιδέο.
Κανείς δεν έγραψε έτσι για το ποδόσφαιρο, ούτε πρόκειται, φοβάμαι. Αυτό το βιβλίο είναι από τα πιο γνωστά, νομίζω. Το El fútbol a sol y sombra (1995) και εδώ ένα σκόρπιο απόσπασμα:

Το όπιο του λαού
Σε τι μοιάζουν το ποδόσφαιρο και ο Θεός; Στην αφοσίωση των πιστών τους και στην δυσπιστία που έχουν και για τα δυο πολλοί διανοούμενοι.
Το 1902, ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ειρωνεύτηκε το ποδόσφαιρο και τις «φτωχές ψυχές που μπορούν και ικανοποιούνται βλέποντας ηλίθιους βρωμιάρηδες να παίζουν».
Έναν αιώνα αργότερα, στο Μπουένος Άιρες, ο Χόρχε Λούις Μπόρχες ήταν πιο εκλεπτυσμένος: έδωσε μια διάλεξη για την αθανασία την ίδια μέρα και την ίδια ώρα που η Εθνική Αργεντινής έδινε τον πρώτο της αγώνα για το Μουντιάλ του 1978.

Η περιφρόνηση πολλών συντηρητικών διανοούμενων πηγάζει απο τη βεβαιότητα πως η ειδωλολατρεία της μπάλας είναι η δεισιδαιμονία που αρμόζει στον λαό. Το ποδόσφαιρο παίρνει το μυαλό των πληβείων, που σκέφτονται με τα πόδια –εκεί είναι το προνομιακό πεδίο δράσης τους– και βρίσκουν ικανοποίηση σε αυτήν την απόλαυση δεύτερης διαλογής. Το ζωώδες ένστικτο επικρατεί του ανθρώπινου λόγου, η άγνοια συνθλίβει την καλλιέργεια και ο λαουτζίκος έχει αυτό που θέλει.
Αντίθετα, πολλοί αριστεροί διανοούμενοι καταδικάζουν το ποδόσφαιρο γιατί ευνουχίζει τον λαό και εκτρέπει την επαναστατική του ενέργεια. Άρτος και θεάματα, θεάματα χωρίς άρτο : οι εργάτες υπνωτίζονται από την μπάλα, από τη διεστραμμένη γοητεία της, η συνείδησή τους ατροφεί και οδηγούνται σαν πρόβατα όπου θέλουν οι ταξικοί τους εχθροί.

Όταν το ποδόσφαιρο έπαψε να είναι αποκλειστική υπόθεση των Άγγλων και των πλουσίων, γεννήθηκαν στο Ρίο ντε λα Πλάτα οι πρώτες ποδοσφαιρικές ομάδες της λαϊκής τάξης. Αυτές οργανώθηκαν μέσα στα σιδηροδρομικά συνεργεία και τα ναυπηγεία. Τότε, κάποιες ηγετικές μορφές των αναρχικών και των σοσιαλιστών κατήγγειλαν τη μηχανορραφία της αστικής τάξης η οποία έψαχνε να σταματήσει τις απεργίες και να αποκρύψει τις κοινωνικές αντιθέσεις. Η διάδοση του ποδοσφαίρου στον πλανήτη ήταν αποτέλεσμα ενός ιμπεριαλιστικού ελιγμού που είχε σκοπό να κρατήσει τους λαούς καταπιεσμένους και καθηλωμένους.

Όμως, η ομάδα των Αρχεντίνος Τζούνιορς όταν ιδρύθηκε ονομαζόταν «Μάρτυρες του Σικάγο», προς τιμήν των αναρχικών εργατών που κρεμάστηκαν μια Πρωτομαγιά. Μια άλλη Πρωτομαγιά ιδρύθηκε η ομάδα Τσικαρίτα Τζούνιορς σε μια βιβλιοθήκη αναρχικών τους Μπουένος Αιρες. Σε αυτά τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα δεν έλειψαν οι διανοούμενοι που ύμνησαν το ποδόσφαιρο αντί να το απαρνηθούν επειδή τάχα μου νεκρώνει τη συνείδηση. Ανάμεσά τους ο Ιταλός μαρξιστής Αντόνιο Γκράμσι που έπλεξε το εγκώμιο αυτού «του βασιλείου της ανθρώπινης αφοσίωσης σε ανοιχτό χώρο».

σημείωση 51

Το ωραίο τραγούδι επενδύεται οπτικά με σκηνές από τα “φτερά του έρωτα” του Βέντερς, όπου τα πάντα παρακολουθούν δυο άγγελοι.

Σε κάποιες πρωτογονικές κουλτούρες, παρότι έτυχε λόγω απομόνωσης να μην αναμιχθούν με τον βιαίο θρησκευτικό προσηλυτισμό των μεγάλων mainstream θρησκειών, διατηρείται μια παράξενη αίσθηση του παραδείσου, μόνο που εδώ δεν είναι τα θεολογικά γαλήνια λιβάδια του ουρανού ή τα ουρί και τα πιλάφια.
Ο παράδεισός τους (όπως τον λέμε καταχρηστικά για να καταλαβαινόμαστε) είναι η αόριστη ελπίδα πως ο νεκρός θα κάνει το ταξίδι κάτω από τη γη, όσα πολλά χρόνια αυτό θα διαρκέσει, θα δει ό,τι είναι από κάτω αλλά κάποτε θα ξαναγυρίσει. Και θα ξαναβρεί τα αγαπημένα του πρόσωπα και ό,τι άφησε, στη θέση που βρίσκονταν εκείνη την ημέρα.

Η επιστροφή του πεθαμένου στη ζωή, στη ζωή του εδώ πέρα όπως την είχε αποχαιρετήσει και απλά συνεχιζόταν εν τη απουσία του, αυτό είναι ο παράδεισος. Ο ποιητής Πίνδαρος, λίγο διασταλτικά αν το δούμε, το έγραφε αλλιώς: «ὄλβιος ὅστις ἰδὼν κεῖν’ εἶσ’ ὑπὸ χθόν’· οἶδε μὲν βίου τελευτάν, οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν». Δηλαδή σε μετάφραση: «Ευτυχισμένος εκείνος που θα δει αυτά που είναι κάτω από την γη! Γιατί γνώρισε και το σκοπό (τέλος) της ζωής του και την δοσμένη αρχή του».