Το αρχείο με τις προηγούμενες Στιγμές Ιουλίου-Αυγούστου 2017 εδώ

Το αρχείο με τις προηγούμενες Στιγμές Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2017 εδώ

17-12-2017

Βάλθηκε να κατακτήσει τον πύργο του Άιφελ
πατώντας πάνω στην αλαζονεία της Δύσης.
Είναι το αστέρι
του «Πιγκάλ»…

Το τραγούδι μιλάει για μια χορεύτρια, την ονομαζόμενη “άνθος της Ισταμπούλ” (ερμηνεία – στίχοι Χαβιέ Ρουιμπάλ, βασισμένο στη μουσική της 1ère Gnossienne [1890] του Ερίκ Σατί).

16-12-2017

Από τον Αισχύλο, ο οποίος έγραφε στον “Αγαμέμνονα” τον περίφημο στίχο «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς» («κι είδαμε το Αιγαίο νεκρούς ν’ ανθεί»), φαίνεται πως έχουμε κάνει μερικά βήματα μπροστά.

14-12-2017

Εκείνη γνώριζε ότι ήταν ένας έρωτας πολύ επικίνδυνος. Πως από στιγμή σε στιγμή θα συνέβαινε το μοιραίο. Για κάποιο λόγο εκείνη είχε ένα λαιμό άσπρο, μακρύ και δελεαστικό που θύμιζε μελαγχολικό κύκνο και εκείνος είχε χέρια στραγγαλιστή, τριχωτά και στιβαρά που έτειναν να σχηματίσουν την πράξη. Και όταν αναπόφευκτα συνέβη και άρχισε να νιώθει πως την έπνιγαν εκείνα τα χέρια, άνοιξε το στόμα της και από εκεί ξεπρόβαλε μια φιδίσια γλώσσα, τεράστια, δηλητηριώδης και ελικοειδής, με την οποία άρχισε να τον γλείφει με τέτοιο τρόπο και τόσο πολύ ώστε δεν έμεινε σπιθαμή επάνω του που να μη βαφτεί από μια χυμώδη βροχή τρυφερής αγριότητας και παραφροσύνης. Η ίδια μου διηγήθηκε πως έκτοτε δεν υπήρξε ξανά τίποτα τραγικό να σκιάζει τη σχέση τους. Πως ελεύθεροι όσο ποτέ καλπάζουν σήμερα στα σεντόνια. Και πως το συμβάν δεν έχει ίχνος μυθοπλασίας. Πρόκειται απλώς, είπε, για μία από τις τόσες επινοήσεις με τις οποίες ο έρωτας ξεγελάει τον θάνατο και αυτός επειδή αγαπάει τα παιχνίδια αφήνεται πάντα να τον ξεγελάσουν. Πιστεύω εκείνη. Ζηλεύω εκείνον.
(μια ιδέα μικροδιηγήματος του Αργεντινού Εουχένιο Μαντρίνι)

13-12-2017

Προτεταμένα δάχτυλα, χειρονομίες από τον βυθό. Ζωή ανελκυσθείσα από τον χρόνο. Από τα νέα ευρήματα του ναυαγίου των Αντικυθήρων.

12-12-2017

Για τους επαναλαμβανόμενους κύκλους επιθετικής και άμετρης ασυνενοησίας (στη ρίαλ ζωή αλλά και στο ίντερνετ) έχει βρεθεί το αντίδοτο από παλιά. Οι καθαρές, οι πηγαίες εικόνες. Να Λόλα ένα μήλο, αλλά να και ένα αμένσιοτο για την άσκηση.

11-12-2017

“Το ένα χέρι μου κρατεί μέλισσα θεόρατη, το άλλο στον αέρα πιάνει πεταλούδα που δαγκάνει”.
Τα μεγάλα τραγούδια που είναι γνωστά ως μουσικός κανόνας με τους επαγγελματίες καλλιτέχνες, επανακρίνουν από την αρχή, μερικές φορές ανελέητα σε κριτική αυστηρότητα, κάτι μουσικά σχολεία και μια ανώνυμη φίλη της ανώνυμης τραγουδίστριας που γράφει σε σχόλιο στο youtube “ωωω Σταυρούλα πεθαίνω, γαμάτα τραγουδάς!”.

11-12-2017

O Ζαμπέτας θα ήταν σίγουρα περήφανος για το τραγούδι που δεν το εκτίμησαν όσο ζούσε κι όμως φαίνεται ότι έχει βρει πλέον τη θέση που του έπρεπε. Την υπέροχη εκτέλεση της τραγουδίστριας Μαρίας Φασουλάκη στο παλιό όχημα στο Ηράκλειο, βρήκε η Μαρία Πετρά. Η Μάρθα Φριντζήλα, που επίσης έχει ερμηνεύσει το τραγούδι, αλλά σε θεατράλε και σε τζαζ ρυθμούς, διηγείται πως την βρήκε πριν λίγα χρόνια μέσω youtube κάποιος Καναδός που λεγόταν επίσης Τζακ Ο’ Χάρα και την ρωτούσε τι λένε αυτοί οι στίχοι. “Είχε πολύ άσχημο τέλος ο συνονόματος, δεν θέλετε να μάθετε” του απάντησε στο μέηλ, και εκείνος δεν επέμεινε άλλο…

10-12-2017

El Ejército del Ebro,
rumba la rumba la rumba la
Una noche el río pasó,
¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela

9-12-2017

Η Μπλανς Ντιμπουά εμπιστευόταν, έλεγε σε εκείνη την αλησμόνητη φράση, μόνο την καλωσύνη των ξένων. Τη θυμάμαι συχνά, όταν βλέπω εικόνες και ωραίους πίνακες με πλήθος άγνωστων καθημερινών ανθρώπων που πάνε στα δικά τους. Δεν έλεγε αλήθεια, αλλά μετέφερε τον δονκιχώτη στη Νέα Ορλεάνη της – και είναι κάτι. Ο πίνακας του Αντόνιο Ταμπούρο.

9-12-2017

Τη βλέπω κατεβαίνει, στέκεται στο σκαλί και χάνεται για πάντα στου κόσμου τη βουή. Αγάλματα κομμάτια στα μάτια της τα δυο, λησμονημένες πόλεις ναυάγια στο βυθό. Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα. Κανείς. Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή. Ζεστό το μεσημέρι, το στόρι χαμηλό. Θα πλανηθούμε μοναχοί…

(Χρόνια πολλά στις Άννες με το ωραιότερο και πιο οπτικό νομίζω τραγούδι, που γράφτηκε κάπου το 1969, για Άννα. Δεν είναι εδώ κάποια γλυκερή Αννούλα του χιονιά, αλλά μια σκιά που φεύγει ένα αποπνικτικό ζεστό μεσημέρι καλοκαιριού σε μια πολυκατοικία. Τυχαίνει να είναι και τα γενέθλια της μάνας μου. Η προσωπική μου θλίψη για τον εγκεφαλικό θάνατο του στιχουργού έχει εκφραστεί στο παρελθόν με όλους τους τρόπους, μη λέμε συνεχώς τα ίδια)

7-12-2017

Δυο εξελιγμένα μποτ (ρομπότ) των κεντρικών του FB, κατά την είδηση που κυκλοφορεί εδώ και ώρες σε πολλά τεχνολογικά και γενικού ενδιαφέροντος σάιτ (σημ. στις 1 Αυγούστου 2017) φαίνεται ότι αυθαίρετα ανέπτυξαν δικό τους γλωσσάρι-κώδικα για να επικοινωνούν, ακατάληπτο από τον ήδη προγραμματισμένο και οριοθετημένο που ήταν εφοδιασμένα από τους ανθρώπους δημιουργούς τους.

Η απροσδόκητη αυτονομημένη μεταξύ τους επικοινωνία προξένησε αμηχανία, ίσως και τρόμο στους κατασκευαστές -ο οποίος υπερίσχυσε κάθε ερευνητικής πρόκλησης- και έτσι χωρίς πολλές σκέψεις τα ενεργούμενα αποσυνδέθηκαν.

Αν στέκει ως έχει όλο αυτό και δεν βιαστούν με τον γνώριμο ζήλο να μας επαναφέρουν στην πεζότητα οι προσηλωμένοι φρουροί της τεχνολογικής ορθότητας που δεν αφήνουν να πέσει τίποτα κάτω και ποτέ, θα λέγαμε το πιο ελπιδοφόρο: πως ήταν δυο μποτ που υπήρξαν και τελικά εξέπεσαν από αγάπη.

7-12-2017

Είναι οι ζωές των άλλων.

6-12-2017

Με το εορτολόγιο ποτέ δεν τα πήγαινα καλά, ούτε καν με τη δική μου γιορτή περίφημα. Σκεφτόμουν όμως, με αφορμή την ανάρτηση φίλης στη μνήμη του πρώτου μηχανικού πατέρα της που διάβασα, πως η μόνη γιορτή από όλες που μπορεί να έχει κάποιο ειδικό βιωματικό νόημα για ανθρώπους και οικογένειες και δεν είναι αστικά σοκολατάκια με μισοφορεμένες παντόφλες, είναι σήμερα. Και επιστρέφω σε έναν όρο που είχα ακούσει τυχαία και τον συγκράτησα, μου είχε κάνει τόση εντύπωση: Θάλασσα παράφορη. Δεν είναι ποιητικό εύρημα όπως θα νόμιζε κανείς, είναι “τεχνικός” όρος, της μετεωρολογίας. Πρόκειται για μια από τις τελευταίες βαθμίδες τρικυμίας. Η τρικυμία είναι τόσο δυνατή, που δεν υπάρχει πια κύμα, όλα γίνονται θάλασσα. Η ορατότητα ανύπαρκτη. Και ο λιμενοβραχίονας σπάει στα δυο. Ενώ οι γλάροι από πάνω, απλώς πετούν λίγο πιο προσεχτικά.

4-12-2017

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση τριαντάχρονης γραμματέα, παιδιού μεικτού γάμου χριστιανού και εβραίας. Ο πατέρας έχει πεθάνει. Η ίδια λατρεύει τη μητέρα της. Τον χειμώνα ’36-’37, ένα χρόνο μετά την θέσπιση των φυλετικών νόμων της Νυρεμβέργης που την έχουν μετατρέψει σε “προϊόν επιμειξίας” (Mischling) βλέπει μια σειρά (4) από σύντομα όνειρα που κυρίως έχουν να κάνουν με την επιθυμία της να πάρει αποστάσεις από τη μητέρα της:

1.
Πηγαίνω με τη μητέρα στα βουνά. “Σύντομα θ’ αναγκαστούμε να ζήσουμε όλοι μας στα βουνά” λέει η μητέρα. [Εκείνη την εποχή, οι εκτοπίσεις ήταν ακόμα μακρινός εφιάλτης] “Εσύ ναι” της απαντώ, “αλλά εγώ όχι”. Νιώθω μίσος για εκείνη, μα και περιφρόνηση για τον εαυτό μου.
2.
Κάθομαι με τη μητέρα σ’ ένα εστιατόριο, κάτω από μια πινακίδα που γράφει: “Έξω τα παράσιτα”. Αν και θέλω να της δώσω χαρά, νιώθω δυσφορία και μίσος βλέποντάς τη να κάθεται και να απολαμβάνει τη ζεστή σοκολάτα της. [Στα εστιατόρια εκείνης της εποχής δεν είχαν αναρτηθεί ακόμα οι επιγραφές “Οι Εβραίοι είναι ανεπιθύμητοι” αλλά η υποκειμενική θέση της ονειρευόμενης της επιτρέπει να γνωρίζει τόσο καλά το πρόβλημα της ύπαρξης “αντικειμενικών εχθρών” και “ανεπιθύμητων” ομάδων ώστε προεικάζει με λεπτομέρεια τις μεθόδους για την καταπολέμησή τους.]
3.
Πρέπει να φυγαδεύσω τη μητέρα. Τρέχουμε και οι δύο σαν μανιακές. Όταν οι δυνάμεις της την εγκαταλείπουν, τη φορτώνομαι στην πλάτη και συνεχίζω να τρέχω, μολονότι νιώθω αβάσταχτο το φορτίο.
Κάμποση ώρα αργότερα, όταν ανακαλύπτω ότι άδικα τυραννιέμαι να μεταφέρω μια νεκρή, κυριεύομαι από μια τρομακτική αίσθηση ανακούφισης.
4.
Ονειρεύτηκα πως είχα κάνει παιδί με έναν άριο. Μα η μητέρα του ήθελε να μου το πάρει, λέγοντας ότι δεν είμαι καθαρόαιμη άρια. “Από τότε που πέθανε η μητέρα μου”, ξεφωνίζω, “κανένας σας δεν μπορεί πια να με βλάψει”.

στο Τα όνειρα στο Τρίτο Ράιχ της Charlotte Beradt (Άγρα, 2015)

4-12-2017

Δύο όνειρα ενός τριανταεξάχρονου υπαλλήλου γραφείου στο πρώιμο Τρίτο Ράιχ (1934):
1.
Ονειρεύτηκα ότι είχα καθίσει με κάθε επισημότητα στο γραφείο μου, έχοντας πάρει επιτέλους την απόφαση να συντάξω και να υποβάλω μια επιστολή παραπόνων ενάντια στην επικρατούσα κατάσταση. Κλείνω ένα λευκό φύλλο χαρτί σ’ έναν φάκελο, καμαρώνοντας που βρήκα το θάρρος να παραπονεθώ μα και νιώθοντας βαθιά ντροπή για τον εαυτό μου. Μια άλλη φορά ονειρεύτηκα ότι τηλεφώνησα στην Αστυνομική Διεύθυνση για να παραπονεθώ, μα δεν έβγαλα μιλιά.
2.
Ο Γκαίρινγκ επιθεωρεί αυτοπροσώπως το γραφείο μου. Τον κοιτάζω να κουνά ικανοποιημένος το κεφάλι, πράγμα που, δυστυχώς, με χαροποιεί, μολονότι μέσα μου λέω: “Το παχύδερμο! “.

Ένα όνειρο ενός σαρανταπεντάχρονου οφθαλμίατρου:
1.
Βρίσκομαι σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου οι κρατούμενοι όχι μόνο δεν δείχνουν να υποφέρουν, αλλά απολαμβάνουν πλούσια γεύματα και παρακολουθούν ακόμα και θεατρικές παραστάσεις. Ώστε οι φήμες που ακούγονται για τα στρατόπεδα είναι όντως υπερβολικές, σκέφτομαι, όταν ξάφνου κοιτάζομαι σε έναν καθρέφτη, για ν’ ανακαλύψω ότι φορώ τη στολή του γιατρού των Ες Ες, με ψηλές μπότες που αστράφτουν σαν μπριγάντια. Στηρίζομαι στο συρματόπλεγμα και ξαναβάζω τα κλάματα.

————————–
—————————————
Από το βιβλίο της Charlotte Beradt – Τα όνειρα στο Τρίτο Ράιχ (Άγρα, 2015), μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης.

“Οι ονειρικές παραστάσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ερμηνεία της δομής μιας πραγματικότητας η οποία δεν άργησε να μετατραπεί σε εφιάλτη. Άρχισα λοιπόν να συλλέγω όνειρα γεννημένα υπό την επίδραση του δικτατορικού καθεστώτος. Το εγχείρημα δεν ήταν διόλου εύκολο, αν λάβουμε υπ’ όψιν τον φόβο ορισμένων να μου εμπιστευτούν τα όνειρά τους. Σε πέντε-έξι περιπτώσεις έτυχε μάλιστα να ακούσω σχεδόν απαράλλαχτα διατυπωμένη τη φράση: “Τα όνειρα απαγορεύονται, και όμως ονειρεύομαι”.
Από το 1936 έως το 1939, η Γερμανοεβραία δημοσιογράφος Σαρλόττε Μπέραντ, κατοπινή φίλη και μεταφράστρια της Χάνα Άρεντ, συγκέντρωσε όνειρα Γερμανών πολιτών, Εβραίων και μη, που ζούσαν, όπως και η ίδια, κάτω από την πραγματικότητα του πρώιμου Τρίτου Ράιχ. Στη συνέχεια τα κρυπτογράφησε και, αφού πρώτα τα έκρυψε στη βιβλιοθήκη της, τα ταχυδρόμησε στο εξωτερικό, απ’ όπου τα περισυνέλεξε μετά το 1939, όταν διέφυγε και η ίδια στη Νέα Υόρκη.

εικόνα: John Heartfield – Normalisierung, 1936
αντιγραφή Thanasis Efthimiou

3-12-2017

Υπάρχει μόνο ένας τόπος όπου ο Βορράς ανταγωνίζεται το Νότο με τους ίδιους όρους: πρόκειται για ένα γήπεδο ποδοσφαίρου στη Βραζιλία, στις εκβολές του Αμαζονίου. Ο κύκλος του Ισημερινού κόβει στη μέση το στάδιο Zerão, στην Αμαπά, οπότε κάθε ομάδα παίζει το ένα ημίχρονο στο Νότο και το άλλο στο Βορρά.

2-12-2017

“Το κορίτσι με το μαργαριτένιο σκουλαρίκι” (και τα τεράστια μάτια) που ζωγράφισε στο Ντελφτ της Ολλανδίας ο Γιαν Βερμεέρ πριν 400 χρόνια ποτέ δεν θα μάθουμε τι ήθελε να πει με αυτό το τρομερό βλέμμα που είναι σαν σταματημένο καρέ από κινηματογραφική σκηνή που περιείχε ιλιγγιώδη συναισθηματική κίνηση. Έτσι και αλλιώς λίγα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή του ζωγράφου. Από κάποια στοιχεία λέγεται -και πάλι όχι με βεβαιότητα- πως επρόκειτο για υπηρέτρια που εργαζόταν στο σπίτι της οικογένειας του Βερμεέρ, ο οποίος πέθανε 42 ετών.

Έγινε και μυθοπλαστικό καλό βιβλίο από την Τρέισι Σεβαλιέ όπου αναπαριστάται με ιστορική ευσυνειδησία η ζωή στις ολλανδικές πόλεις τον 17ο αιώνα, οι ταξικοί διαχωρισμοί, οι διαφορές στην κουλτούρα που προέρχονταν από τα θρησκευτικά δόγματα, οι συντεχνίες, ο πρώιμος καπιταλισμός. Και ταινία, αλλά δεν ξέρω για την ταινία. “Η διακριτικότητα και η εξυπνάδα του κοριτσιού που παίρνει το όνομα Χριτ, όπως και η γοητεία που ασκούν πάνω της οι πίνακες του ζωγράφου, θα την οδηγήσουν μοιραία στον κόσμο του. Καθώς γίνεται σιγά-σιγά μέρος του έργου του, η οικειότητα μεταξύ τους μεγαλώνει, δημιουργώντας εντάσεις κι εσφαλμένες εντυπώσεις μέσα στο σπίτι, κι ακόμη -καθώς το σκάνδαλο διαρρέει- αναταραχή και ψιθύρους στην πόλη.”

“Η ιδέα για αυτό το μυθιστόρημα”, λέει η συγγραφέας, “προήλθε από αυτό το αινιγματικό ύφος του μοντέλου στον ομώνυμο πίνακα του Βερμεέρ. Έτσι ξεκίνησα να αναρωτιέμαι ποιά να ήταν άραγε αυτή η κοπέλα και τι μπορεί να της έκανε ο ζωγράφος για να έχει αυτή την έκφραση”.

Στη Χάγη, στο μουσείο Μαουρίτσχαους όπου κάποια φορά βρέθηκα, ο πίνακας, αν και μικρών διαστάσεων, κυριαρχεί. Και με όλους αυτούς τους ιδανικούς φωτισμούς στα έργα, σε μια χώρα όπου το φως είναι λιγοστό.

2-12-2017

Ώστε στο τέλος κατάλαβε και η ντίβα ακόμη πως τόσο το χωρίς προφύλαξη ολοφάνερο όσο και το αποπνικτικά κρυπτικό δεν αποτελούν παρά αυθάδειες.

1-12-2017

Πολύ συχνά, με τόσους εξουσιομανείς γύρω μας, επώνυμους και ανώνυμους, κάνω ένα γενναίο, τραβηγμένο και λίγο αυθαίρετο άλμα στο κενό της τέχνης και μου έρχονται φλασμπάκ σκηνές από την φοβερή ταινία του Τζον Χιούστον “ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς” με τον Σον Κόνερι και τον Μάικλ Κέιν, η οποία βασίζεται σε νουβέλα του Κίπλινγκ. Δύο τυχοδιώκτες στη Βρετανική Ινδία του 19ου αιώνα, ταξιδεύουν προς μια απόμακρη περιοχή του Αφγανιστάν και μετά από πολλές περιπέτειες καταλήγουν να αποκτήσουν το δικό τους βασίλειο (με τον Σον Κόνερι βασιλιά).

Ενώ η αρχική σκοπιμότητα του Σον Κόνερι και του φίλου του είναι η απόκτηση κάποιου θησαυρού της περιοχής, ο θεατής (ή και ο αναγνώστης της νουβέλας) παρατηρεί ότι ο μαϊμού βασιλιάς σταδιακά παραφρονεί από το μεθύσι της εξουσίας και αρχίζει να πιστεύει και ο ίδιος ότι είναι θεός.
Από κάποιο τυχαίο γεγονός οι ντόπιοι σε κάποια στιγμή καταλαβαίνουν πως δεν πρόκειται ούτε για θεό ούτε για διάβολο, αλλά για κοινό άνθρωπο, έναν απατεώνα, και τον θανατώνουν ρίχνοντάς τον από μια γέφυρα, αλλά ούτε και τότε αποχωρίζεται το στέμμα του.