Το αρχείο με τις προηγούμενες Στιγμές Ιουλίου-Αυγούστου 2017 εδώ

21-9-2017

Ο Μάρκος Μέσκος, στο κείμενο “το κουνάβι” περιγράφει με οδύνη ένα παιδικό του τραύμα από το οποίο δεν ελευθερώθηκε ποτέ:

Στη λησμονιά πάνε χρόνια μια νύχτα στο ποτάμι μάλλον εκδρομή της παιδικής παρέας μάλλον μοναχικός περίπατος πού να θυμάμαι σούρουπο ήταν όλα έτοιμα όλα μεταμορφωμένα χρώματα όνειρα άγνωστοι περαστικοί διαβάτες όταν στο δάσος τους γεφυριού η καμπύλη νερό από κάτω κελάρυζε κι όταν κάποιο μουσούδι κουναβιού στο χώμα οσμιζόταν θαρρείς τα μελλοντικά βήματά μου· δεν το προσπερνούσα καθώς εκείνο οδηγούσε το μονοπάτι χάδια επιζητούσε στα μάτια να με δει να μου μηνύσει τι τάχα με γελάκια ακόμα από τη χαραυγή μα ξαφνικά χέρι αόρατο (ποιος αλήθεια) μου ’δωσε την αιχμηρή τζουγκράνα από δίπλα κι εγώ μ’ αυτήν καμακώνοντας το ζωάκι το αποτελείωσα· και τα όνειρα λένε την αλήθεια μα ψαχούλησα ευθύς το στέρνο να δω αν έπνεε ζωή – ήταν νεκρό. Από τότε (μην παραξενεύεσαι μικρέ μου φίλε) όνειρα δεν έχω δεν ονειρεύομαι φοβάμαι τα όνειρα· κοιμάμαι μ’ ανοιχτά μάτια μην κάνω πάλι το κακό το λάθος το αποτρόπαιο το απάνθρωπο.

(Ελεγείες, Β΄ τόμος, σελ. 234)

21-9-2017

“Πέτρες σημάδια νεκρών πατούσαμε στον λόφο
Ξάφνου περίεργος κρωγμός (από την γκορτσιά την πικραμένη;)
Στο τέλος είπεν ο Γιάννης: χωρικός προσευχήθηκα εδώ.
Μας διώχνει όμως το αίμα. Λίγοι αντέχουν.”

Ποιητής της ιστορικής μνήμης, με καταγωγή από την απαγορευμένη μακεδονική μειονότητα, με στίγμα στον εμφύλιο, λόγος χωρίς γλυκασμούς και ωραιοποιήσεις, συναρπαστικός. Είχε τη δύναμη να λέει το ακρότατα τραγικό. Ο λόγος του πλουτισμένος από λέξεις-κειμήλια, ελληνικές, τούρκικες και σλάβικες, που υποδηλώνουν μια χαμένη πια πολιτισμική και εθνοτική ποικιλία της Μακεδονίας.

21-9-2017

Με το ίντερνετ είναι διαφορετικά και μάλλον καλύτερα. Οι ελληνικοί σταθμοί δεν ακούγονται πια, αλλά κολλάς σε εναλλακτική μουσική από σταθμό του Σιάτλ, στο “χορό μεταμφιεσμένων” του Βέρντι από το τρίτο πρόγραμμα της RAI, σε μουσική από την Καραϊβική από πειραματικό σταθμό του Μπαρμπέιντος. Η λίστα μου έχει γύρω στις 200 προεπιλογές. Μπορεί να μην είναι “μέρα ραδιοφώνου” σήμερα αλλά θέλω να μοιραστώ ότι πάντα μια από τις πιο πιστές συντροφιές μου ήταν όλες εκείνες οι νύχτες της ερτζιάνα.

20-9-2017

Μετά από ενδεικτικά περιστατικά που μου συνέβησαν, παραδέχομαι πλέον πως είναι εξοργιστικά απλό να σε “τσακώσουν” αν απλώς έχουν δει λίγο παραπάνω γαλλικό κινηματογράφο.

19-9-2017

φωτ 1. Σ’ αυτές τις περιοχές καλό είναι να ζυγώνει με κάποιο δέος. Να μη χαχανίζει, να μην ειρωνεύεται, να μην κάνει πνεύμα – δεν κομπάζουν από αυτά – και να κοιτάει, να κοιτάει με ήπιο βλέμμα και προς την ιδία κατεύθυνση. Το κορτάρισα με όλο το μαγαζί δεν ενδείκνυται ούτε και αποδίδει. Οι σκληροί λαϊκοί άνθρωποι νιώθουν συμπάθεια για τους υποταγμένους ανθρώπους. Γι’ αυτούς που μπορεί να πει κανείς το «ναι μεν, αλλά…»

φωτ 2. Κάθομαι στο πατάρι της καφετερίας και κοιτάω την κίνηση. Είμαι ένα παμπάλαιο, αντεπιστέλλον όμως, μέλος της κοινωνίας αυτής. Στις επαρχίες όταν έβλεπα στις ελληνικές ταινίες την Ομόνοια, που εμφανιζόταν συχνά πυκνά, ιδίως από τότε που την εμπλούτισαν με τα τρεχούμενα νερά, αναπηδούσα. Θαρρούσα πως θα ιδώ τους φίλους μου ή τον εαυτό μου και φοβόμουνα. Είναι ο δικός μου χώρος αυτός, που με λύτρωσε από τη βαριά σκιά άλλων χώρων. Και αυτό, θαρρώ, συμβαίνει με πάρα πολλούς που τους βλέπω με συγκίνηση να κινούνται εκεί.
Κοιτάζοντας όλη αυτή την κίνηση, μου έρχεται να κάνω και να πω αυτά που έκανε, κατά τον Ηρόδοτο, ο Ξέρξης, όταν επιθεώρησε το στρατό του και το στόλο του. Πρώτα μακάρισε τον εαυτό του και μετά εδάκρυσε. «Ούτε ένας από αυτούς δεν θα υπάρχει σε εκατό χρόνια», είπε. Ναι, ούτε ένας – τίποτε.

• Ομόνοια 1980, Γιώργου Ιωάννου, εκδόσεις “Κέδρος”, 1987.

17-9-2017

Λευκά κρίνα πλημμύρισαν το κοιμητήριο, για να σκεπάσουν ένα άνθος, την αγάπη που κοιμήθηκε νωρίς. Κ., δύναμη να έχετε όλοι…

16-9-2017
Μια σεφαραδίτισσα της Θεσσαλονίκης που ήταν η Στέλλα, με το επώνυμο Χασκήλ, θα είχε και έναν ιδιαίτερο λόγο να θυμάται μοναδικά από που ταξίδεψε εκείνη πριν πέντε αιώνες, δηλαδή την Ανδαλουσία – και ίσως πολλά ακόμη. Σαν να είναι η ηχογράφηση το πρόσχημα.

15-9-2017

Βλέποντας την μαυρίλα, ειδικά στη Σαλαμίνα, θαρρώ είναι πολύ θλιβερό και για έναν λόγο ακόμα πέρα από όλους τους άλλους: στο νησί αυτό, στεριανό νησί τόσο κοντά στον Πειραιά και το Πέραμα, δεν νομίζω να έχει κολυμπήσει ποτέ κάποιος εύπορος, άνθρωποι της ανάγκης πάνε και από ανάγκη. Και όσες φορές έχετε πάει στη Σαλαμίνα από τη δυτική πλευρά, νότια της πόλης, βλέπετε τα σπίτια δεν είναι σαν αλλού, πολύ απλά χτίσματα αλλά δίπλα στο κύμα και μπαίνουν στη θάλασσα.

15-9-2017
“Την ξέρω μόνο από μια φωτογραφία, κίτρινο άστρο στο λαιμό της να φορά…Μα ποιος θυμάται να μου πει γι’ αυτή τη Στέλλα με το παράξενο επώνυμο Χασκήλ…”

Στον Η.Κ. που αναζήτησε κάποτε τα ίχνη της κρατώντας μια φωτογραφία, ρωτώντας τους παραξενεμένους περαστικούς στα πήγαινε έλα, στη Μοναστηρίου, στην Κομνηνών, στην Καρόλου Ντηλ.

Ο Ηλίας Βολιώτης Καπετανάκης (ο Η.Κ.) γράφει ότι σε κανένα από τα τραγούδια της δεν ακούγεται ένας άντρας να τη χαιρετάει. Ήρθε σοβαρή, συγκρατημένη, από άλλη παράδοση (εβραϊκή), κέντησε με τη λυπημένη φωνή της και άφησε αυτό τον κόσμο νωρίς.

14-9-2017

Αδιαπέραστη και συμπαγής καθημερινότητα, ασάλευτη, όπως ακριβώς τα τείχη της πόλης. Της Ρώμης. Η παλιά ώριμη μονοτονία του κόσμου του Μοράβια. (φωτ. Στέλλα Εξάρχου).

13-9-2017

Σε μια μεγάλη λεωφόρο, κάποιας μεγάλης πόλης της Λατινικής Αμερικής, ένας άνθρωπος περιμένει για να δια­σχίσει το δρόμο. Ριζωμένος στην άκρη του πεζοδρομίου, μπροστά σε ένα ακατάπαυστο ρεύμα αυτοκινήτων, ο πεζός περιμένει δέκα λεπτά, περιμένει είκοσι λεπτά, περιμένει μία ώρα. Κοιτάζει αριστερά, κοιτάζει δεξιά και βλέπει έναν άντρα να κάθεται ακουμπισμένος στον τοίχο και να καπνίζει. Οπότε τον ρωτάει:
—Συγνώμη, τι πρέπει να κάνω για να περάσω απέναντι;
Και ο άλλος του απαντά:
— Δεν ξέρω. Εγώ γεννήθηκα από την εδώ πλευρά του δρόμου.

(Μικροδιήγημα του Εδουάρδο Γκαλεάνο).

13-9-2017
Ένας παλιός εραστής τηλεφωνεί στη μοναχική πρωταγωνίστρια της ιστορίας από έναν θάλαμο στο πουθενά, στο midwest, μετά από “έτη φωτός” (a couple of light years ago -με το αθώο κοινό λάθος ότι τα έτη φωτός είναι μονάδα χρόνου, ενώ είναι μονάδα απόστασης), εμφανίζεται το φάντασμά του τη νύχτα εκείνη με το γεμάτο φεγγάρι – και η νοσταλγία παλεύει με τη σκουριά. Αυτό το τηλεφώνημα μπορεί να μην έγινε ποτέ, να είναι μια αντικατοπτρική Φάτα Μοργκάνα ψυχής.
Το απόλυτο τραγούδι χωρισμού κατά τη γνώμη μου.
As I remember your eyes/ Were bluer than robin’s eggs/ My poetry was lousy you said/ Where are you calling from?/ A booth in the midwest.
Η Τζόαν Μπαέζ ποτέ δεν έγινε κολαούζος και διασκεδάστρια απίθανων ηγετών σαν κάτι Μπόνο, ούτε πούλησε χριστουγεννιάτικα σαν τον Ντίλαν ο οποίος μοιάζει πλέον με γερασμένο και σκυθρωπό ξωτικό, πάντα καλή.

12-9-2017

“Are you ok?” I asked. “Annoyed” he said.

10-9-2017

Η ευστάθεια…
… του Οίκου των Άσερ ήταν εμφανώς προβληματική. Το οικοδόμημά τους έπασχε. Όπως άλλωστε και ο Ρόντρικ Άσερ, που υπέφερε από μια ακατονόμαστη και μοιραία αρρώστια. Όταν πια πλησιάζει το τέλος, ο Έντγκαρ Αλαν Πόε βάζει τον αφηγητή να τρέχει για να ξεφύγει μέσα στη θύελλα. Γυρίζοντας πίσω του το κεφάλι, στο φως μιας αστραπής, βλέπει τον αρρωστημένο πύργο να σωριάζεται σε συντρίμμια, μαζί με το αρρωστημένο περιεχόμενό του. Κάποτε μερικοί ρομαντικοί έβλεπαν λυρικές ομοιότητες με ένα κοινωνικό σύστημα που πλησίαζε στα όριά του, αλλά…

9-9-2017

Tίποτα δεν ξέρει ο ήλιος για τις μόνες κυρίες πίσω από τα αστικά παράθυρα.

8-9-2017

Δημιούργησα ένα έπος
με ήρωα έναν ανήξερο
που ιδέα δεν είχε

Όπλα του έδινα
κι εκείνος ρήμαζε σε σχισμές
της ιστορίας
Άσχετος –
Τόσο στην ειρήνη -τόσο στον πόλεμο […]

(Δ, Δημητριάδης, ”Σύμβολα απουσίας”)

7-9-2017

(¡Bienvenido, Mister Marshall! – Καλωσόρισες κύριε Μάρσαλ). Κωμωδία του 1953 από την Ισπανία που ο σαρκασμός της ξεγέλασε την βλοσυρότητα των λογοκριτών του Φράνκο. Το χρονικό μιας μικρής πόλης, της Βιγιάρ ντελ Ρίο. Οι κάτοικοί της πληροφορούνται την άφιξη στη χώρα αμερικανών πολιτικών και ετοιμάζονται να εντυπωσιάσουν τους επισκέπτες με διάφορα χάπενινγκ, ελπίζοντας οι άνθρωποι το χωριό να περιληφθεί στους στόχους του Σχεδίου Μάρσαλ. Τελικά η πομπή των πολιτικών περνάει από τo δρόμο χωρίς να σταματήσει στιγμή, σαν να μην υπήρχε το χωριό, και οι κάτοικοι κατεβάζουν απογοητευμένοι τα γιορταστικά στολίδια επιστρέφοντας στην καθημερινότητα.
Μπονζούρ μεσιέ Μακρόν, μεσιέ λε πρεζιντάν.

7-9-2017

Η περίφημη μαύρη περούκα της Μπριζίτ Μπαρντό στην ταινία του Γκοντάρ “Η Περιφρόνηση” (le mepris, 1963) που καταφανώς, ως σκηνοθετικό εύρημα, εξωτερικεύει την ψυχική κατάσταση και την ερημιά της πρωταγωνίστριας.
Στην ταινία που ανεπαίσθητα δανείζεται στοιχεία από το μύθο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, η περιφρόνηση της γυναίκας προς τον εραστή της ζωής της έρχεται σταδιακά ακολουθώντας την προηγούμενη ψυχική αποξένωση, είναι μελετημένη κατά ανθρώπινη φύση, είναι το αντίθετο του έρωτα (ποτέ άλλωστε το αντίθετό του δεν ήταν το μίσος) και φτάνει να γίνει απόλυτη, κοροϊδευτική, παράλογη, τρομαχτική.

6-9-2017

Κάποιος έγραψε ένα απίστευτα βαρετό μέρος για τρομπόνι και η ορχήστρα προσαρμόζεται στις νέες απαιτήσεις.

5-9-2017

Καμιά φορά φτάσαμε στο Κερατσίνι. Είχα τέτοια πείνα, νοσταλγούσα κάτι μακαρόνια με λάδι. Λέω: να ‘χα μια καραβάνα, τίποτα να φάω. Πέφτω στο νερό. Πέσανε και οι άλλοι. Βγαίνοντας έξω, ήταν ένας κι έβοσκε κάτι πρόβατα. Μου έδωσε ένα παλιό πουκάμισο και έβαλα. Παρέα με έναν Χιώτη ξεκινάμε για τον Πειραιά. Φτάσαμε σε ένα εξοχικό και θυμάμαι μαγείρευε φασολάκια. Ήταν κι ένα ζευγάρι μέσα.
Λέω: «με συγχωρείτε, λίγο νερό μας δίνετε;»
«Από ποιο μέρος είστε ρε παιδιά» μας λένε.
«Τώρα, οι πρώτοι πρόσφυγες που ήρθαμε από τη μικρασία»
«Καθίστε» μας λέει το ανδρόγυνο. «Βάλτους να φάνε».
Φάγαμε λοιπόν μια μερίδα φασολάκια, έτσι μπόλικα, και μας κέρασαν και ρετσίνα. Και να ναι αυτοί που μας κέρασαν υπέρ του βασιλιά. «Μη στενοχωριέστε ρε παιδιά, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ναι». Και για το μαρμαρωμένο βασιλιά και τέτοια.
Λέω: «εγώ έφαγα. Ευχαριστώ πολύ, γεια σας». Και φύγαμε. Είχα θυμώσει πολύ…

(σαν σήμερα, 1922, οι πρώτοι πρόσφυγες από την Ιωνία φτάνουν στον Πειραιά και στο μονόλογο από τον Θίασο αποδίδουν σε μεγάλο βαθμό τα δεινά στον εδώ κούφιο και εγκληματικό μεγαλοϊδεατισμό που έφτασε στα έσχατά του με την τυφλή εκστρατεία προς την Ανατολία)

5-9-2017

Το φευγιό της Άννας (φωτ. Στέλλα Εξάρχου).

4-9-2017
Ο Μπόρχες γράφει κάπου πως ένας Σκωτσέζος πωλητής του είχε προμηθεύσει ένα βιβλίο που ήταν άπειρο. Το άνοιγε, οι σελίδες ήταν ανακατεμένες και ποτέ δεν μπορούσε να επιστρέψει στην προηγούμενη, αλλά και η επόμενη πάντα διαφορετική. Ήταν άπειρες. Τον τρομοκράτησε τόσο πολύ που σκέφτηκε να απαλλαγεί και να το κάψει, αλλά μετά σοφά κατάλαβε πως η άπειρη πυρκαγιά ενός άπειρου βιβλίου θα κατέστρεφε τον κόσμο. Οποιοσδήποτε επίσης το έπαιρνε, θα μπορούσε να αφανίσει τα πάντα. Και όπως η ασφαλέστερη κρυψώνα για ένα φύλλο δέντρου είναι το δάσος, το καταχώνιασε σε ένα ψηλό ράφι στη χαώδη δημόσια βιβλιοθήκη του Μπουένος Άιρες, όπου ίσως υπάρχει ακόμα.
Τα Διάφανα Κρίνα, κρατούσαν όπως πάντα τη μελαγχολία του απείρου σε έναν εσωτερικό ανθρώπινο κόσμο που έχει όρια και τραγουδούσαν για κάποιον “που πάντα θα ‘ρχεται από το άπειρο σε σένα…”

3-9-2017

Δωμάτιο δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή. Η “άλλη Αμερική” του σπουδαίου Έντουαρντ Χόπερ, με τους ασήμαντους ευάλωττους ανθρώπους, πάντα αγέλαστους και αινιγματικούς, απέναντι στη γιγαντοσύνη των κτιρίων και των τοπίων.

2-9-2017

Ο νεοϋρκέζος Γκάρι Γουίνογκραντ που φωτογράφιζε πάντα ανώνυμους καθημερινούς ανθρώπους στο δρόμο και συνήθως με την τάση να φύγουν πολύ βιαστικά, ουδέποτε νωχελικά, να φύγουν για πού; Ο μελαγχολικός ακινητοποιημένος χρόνος της φωτογραφίας σαν σφάλμα.

1-9-2017

Και καθώς είναι 1η του Σεπτέμβρη σήμερα, ο -ένας όμηρος- Ιρλανδός ποιητής Μπρένταν Μπίαν είχε την τύχη στη σύντομη ζωή του να συναντηθεί με ένα σχεδόν μεθυσμένο όραμα: φαντάστηκε τον Σεπτέμβρη σαν ένα μισοδαγκωμένο μήλο πεταμένο σε ένα πάρκο του κέντρου του Μπελφάστ, με χαραγμένα πάνω πέντε δόντια από παιδάκι, πέντε δόντια που κοροϊδεύουν χωρίς έλεος λοχαγούς και βασιλιάδες.

1-9-2017

In urban dogs we trust: μια ιστορία για αρραβωνιασμένα σκυλιά και θυμωμένους σπουδαστές. Φωτ. Mirto Tsil.
Νουβέλες αδέσποτων ζώων (μπορεί και αδέσποτων ψυχών, γενικότερα).

1-9-2017

Μάνα και γιος, σε δυο φωτογραφίες με διαφορά 47 ετών, στον εθνικό κήπο (1968 και 2015). Η μάνα έχει εμφανίσει άνοια αλλά εξακολουθεί ν’ απολαμβάνει τους περιπάτους. Αφήνοντας με απόλυτη εμπιστοσύνη το χέρι της, χωρίς καμιά έγνοια για τη διαδρομή ή τον προορισμό.